ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

 Θρύλοι και παραδόσεις:


 

 

 

Δήμητρα Εξαδάκτυλου
Στ'
Κλασσικού

Πως κτίστηκε το χωριό Κάρμι

Πριν να χτιστή το χωριό Καρμι, κατέβηκε ένας βοσκός από τα περίχωρα της Κερύνειας, για να βοσκηση τα αρνιά του, επειδή υπήρχε πολύ χόρτο στο βουνό. Σαν τα εβοσκε, διψασε και κατεβηκε χαμηλοτερα για να βρη καμμια πηγη να ξεδιψαση. Σαν περπατουσε ειδε ενα βραχο, απ' οπου εσταζε νερο. Γεμισε το κολοκυθι του και ξαναπηγε στα αρνια του.

Την αλλη μερα ειδε πως ετρεχε πιο πολυ νερο. Υστερα απο λιγες μερες ειδε πως το νερο εγινε παρα πολυ. Τοτε σκεφτηκε να χτιση ενα "στιάδι" για κεινον και για το κοπαδι του, κοντα στο νερο. Αυτο ηταν το πρωτο σπιτι που χτιστηκε στην περιοχη. Υστερα, με τον καιρο, χτιστηκαν κι αλλα και σιγα-σιγα δημιουργηθηκε το χωριο Καρμι.Ù


 

 

 

Μαρία Σαββίδου
Τάξις: Β'

Η ιστορία του Σαρκωμένου

(Γιατι το χωριο Κλεπινη εχει λιγους κατοικους)

Στα Νοτιοανατολικα της Κερυνιας ειναι ενα μικρο χωριο, που ονομαζεται Κλεπινη.

Οπως καθε χωριο, ετσι και το χωριο αυτο εχει την ιστορια του. Η ιστορια αυτη ειναι η ιστορια του Σαρκωμένου, οπως την λεν οι κατοικοι του χωριου, κι ειναι η εξης;

Καθε νυχτα ενας νεκρος σηκωνοταν απο τον ταφο του και πηγαινε στο χωριο. Πηγαινε σ' ενα σπιτι και φωναζε: "Ρε... Ρε". Αν ο νοικοκυρης του απαντουσε "όρισε", αυτος του ελεγε: "δεν ορίζω". Αν όμως του απαντουσε "ποιος ειναι;", του ελεγε: "Πιασ' την τσαππαν τζιαι το ξιναριν τζι' ελα μαζι μου", κι' αυτος πεθαινε.

Αυτο γινοταν καθε νυχτα. Επρεπε ομως ο σαρκωμενος να ειναι στον ταφο του, πριν το λαλημα του πετεινου.

Μια μερα, σαν εθαφταν καποιο θυμα του σαρκωμενου, περνουσε απο το νεκροταφειο ενας ξενος, που τους ρωτησε τι ειχε ο ανθρωπος και πεθανε. Αυτοι του διηγηθηκαν την ιστορια. Τοτε ο ξενος αποφασισε να μεινη στο χωριο εκεινη τη νυχτα.

Ετσι εμεινε στο χωριο κι όταν κοντεψε η ωρα του σαρκωμενου, πηγε κι επεσε πανω στον ταφο.του. Σε λιγο ο σαρκωμενος εφυγε. Πηγε στο χωριο, εκαμε τη δουλεια του και γυρισε. Τοτε ειπε στον ξενο. "Ρε, καμε τοπον τζι' εν να μπω". Μα αυτος δεν του εκαμνε τοπο. Σε λιγο ακουστηκε το λαλημα του πετεινου κι ο σαρκωμενος εσπασε.

Δε φανταζεσθε τη χαρα που εκαμαν οι κατοικοι του χωριου. Τοτε ο ξενος διεταξε να μαζεψουν ξυλα και αφου υπολογισουν να παη μεχρι τον Άι Γιαννη να τον καψουν. Αυτοι ομως απο τη μεγαλη τους λυσσα δεν περιμεναν και τον εκαψαν.

Τοτε ενα "κοκκάλι" πηγε κι εβγαλε το ματι του ξένου. Αυτος δε καταραστηκε το χωριο πανω απο σαραντα οικογενειες ποτε να μην εχη, οπως κι εγινε.Ù


 

 

 

Χρυστάλλα Γιάγκου
Τάξις: Γ'

Μου το διηγήθηκε ο Ιωάννης Νικηφόρου από το Τριμίθι, 75 χρονών

Παναγία η Χρυσοτριμιθιώτισσα

Λιγο πιο κατω απο το χωριο Τριμιθι ειναι χτισμενη η εκκλησια της Παναγιας της Χρυσοτριμιθιωτισσας, οπου τη Δευτερα της Λαμπρης γινεται μεγαλο πανηγυρι. Για το χτισιμο της υπαρχει η εξης παραδοση:

Όσοι πηγαιναν τη νυχτα στο χωριο εβλεπαν την εικονα της Παναγιας στον τοπο που ειναι τωρα χτισμενη η εκκλησια της πανω σε μια τριμιθια. Αυτο εγινε πολλες φορες. Οι κατοικοι καταλαβαν τι ηθελε απο αυτους η Παναγια και εχτισαν την εκκλησια της Χρυσοτριμιθιωτισσας. Η Παναγια δε θελει κατ' ουδενα λογο να μενη κλειδωμενη. Πολλες φορες την κλειδωναν και υστερα την ευρισκαν ανοικτη. Ειναι θαυματουργη η Παναγια η Χρυσοτριμιθιωτισσα για τα ματια.Ù


 

 

 

Δήμητρα Εξαδάκτυλου
Τάξις: Στ' Κλασσικού

Η Μούττη του Μαύρου

Η Μουττη του Μαύρου ειναι μια απεραντη σπηλια, σκοτεινη, στα ανατολικα του Αγιου Ιλαριωνα. Μεσα υπαρχουν κατα σειραν παχνούδες, που εβαλλε τα πραγματα του ενας Μαυρος ανθρωποφαγος. Αυτος κατεβαινε κατω στο νερο του Δρακου και αν περνουσαν πλασματα τα ετρωγε.

Καποτε επιασε μιαν κορη και την ειχε φυλακισμενη πολυν καιρο. Μετα απο πολλες προσπαθειες τυφλωσαν τον Μαυρο για να του παρουν την κόρη. Στο τελος κατωρθωσαν και την ελευθερωσαν.Ù


 

 

 

Χριστοφής Σκάρος
Τάξις: Α'

Το άκουσα από τη μητέρα μου Μοιρού Σκάρου, 42 χρονών

Χελιδόνια

Τα παλια χρονια τα φτερα των χελιδονιων δεν ηταν μαυρα, μα ασπρα. Οταν ηταν ο Χριστος στη γη, όπου επηγαινε τον ακολουθουσαν τα χελιδονια κοπαδια-κοπαδια. Και οταν σταυρωσαν το Χριστο οι Εβραιοι, τα χελιδονια πηγαιναν και του εβγαζαν με το ραμφος τους τα αγκαθια απο την κεφαλη. Οταν ο Χριστος ξεψυχησε, αυτα εκλαψαν πολυ και απο τη μεγαλη τους λυπη αλλαξε το χρωμα των φτερων τους και εγινε μαυρο. Απο τοτε θεωρουνται ιερα πτηνα και ειναι αμαρτια να τα σκοτωνουμε.Ù


 

 

 

Χρίστος Σταυρόπουλος

(Μου το διηγήθηκε ο Σταύρος Σταυρίδης από τον Αγ. Επίκτητο, 52 χρονών)

Οι Καλικάντζαροι

Μια μερα ακουσα την Αϊσιέ ή Σελιμούν, όπως τη λεγαμε, μια μαυρη Τουρκαλλα, να ρωτα τη μητερα μου.

"Ηρταν γειτονισσα το σκαλαπούνταρος;"

-Όι γειτονισσα, υστερα απο πεντε μερες ερχεται ο κουτσος και υστερα απο έξι μερες ερχεται ολο το ταγμα.

Παραξενευτηκα, μα πριν προφτασω να ρωτησω, μου εδωσε την απαντηση η γρηα Αϊσιέ.

"Τεν ξεύρεις, ογλούμ, σκαλαπούνταρος; Πανω στην δώμαν ηβουρά, ξιμαρισιάν του ιτσιμινιάν κάμνει, κακός, πολλά κακός... μεν φοάσαι, γιαβρούμ, παπά ιτικόν σας θκιώχνει".

Εγω προσποιηθηκα ότι καταλαβα και οι δυο γειτονισσες καθισαν και αρχισαν ατελειωτες κουβεντες για τους σκαλαπούνταρους, που δεν καταλαβαινα αν ηταν γεγονοτα η παραμυθια. Πολυ τρομερα πραγματα ελεγαν, μα αφου ηξαιρα το "Πατερ ημων" δε φοβομουν τα κακα πνευματα· και αν παλιν ηταν ανθρωποι, ειχα μεγαλη εμπιστοσυνη στην ανδρεια του πατερα μου. Υστερα απο πεντε μερες η μητερα μου μου εδωκε μιαν κουλουρα και λιγα φυλλα ελιας των Βαΐων, να τα παρω της Σελιμούς και να της πω πως ηρθαν. Η απορια μου τοσο μεγαλωσε, που μολις παρεδωκα την κουλουρα και την ελια στην Αϊσιέ ετρεξα στο σπιτι του παππου μου, που δεν ηταν πολυ μακρυα και τον ρωτησα:

"Ποιοι ερχονται παππου"; κι εκεινος αμεσως καταλαβε τι ειχα στη σκεψη μου και μου απαντα.

-Οι σκαλαπούνταροι, παιδι μου. Μηπως τους φοβασαι;

-Μα δεν ξέρω τι ειναι.

-Και μηπως οι αλλοι που φοβουνται ξέρουν; μου απαντα. Ο κοσμος πιστευει πως ο Θεος αφηνει ελευθερα τα κακα πνευματα στο διαστημα των δωδεκα ημερων απο τα Χριστουγεννα ως τα Φωτα, οποτε ο παπας τα καταδιωκει με το αγιασμενο νερο, που αγιαζει στην λειτουργια της 5ης Ιανουαριου, "τα καλαντα". Τα κακα αυτα πνευματα λεγονται καλικάντζαροι ή σκαλαπούνταροι και ειναι σκληροι τιμωροι για όσους δεν τους φοβουνται.

Α! όχι! Δεν τους φοβουμαι, γιατι νικησα τα ξαδελφακια τους, οταν ημουν περιπου δεκαπεντε χρονων.

-Δηλαδη οι καλικαντζαροι εχουν και ξαδελφακια;

-Μαλιστα, παιδι μου. Ειναι τα φαντασματα. Ειναι δηλαδη τα ίδια πνευματα, μα αυτα δε φευγουν με την αγιαστουρα του παπα. Δεν ειναι και τοσο προκλητικα, όπως οι καλικαντζαροι, μπορουν ομως να γινωνται ζωα, πτηνα, δενδρα ή ο,τιδηποτε αλλο.

-Και πως τα νικησες παππου;

Ελεγαν, παιδι μου, πως καποτε ενας γερος Τουρκος απο το Καζαφανι ετυχε να νυκτωθη στο χωριο μας, χωρις να ξαιρη ότι ειναι δωδεκάμερα. Οταν του το ειπαν οι χωριανοι και παρ' ολο που τον προσκαλεσανε να μεινη στο χωριο τους ως την αλλη μερα, για να μην περπατα μονος στο δρομο νυκτα, αυτος, επειδη επρεπε να βρεθη στο σπιτι του τη νυκτα, εφυγε. Στο δρομο ομως τον καταδιωξε ενας καλικαντζαρος. Ευτυχως δεν ηταν σε μεγαλη αποσταση απο το χωριο του και τα καταφερε να φθαση τρεχοντας στο σπιτι του. Ο καλικαντζαρος ομως τον προφτασε και τον αρπαξε απο τη βρακα, την ωρα που εμπαινε μεσα και έκλειε την πορτα. Του κακου την τραβουσε για να ελευθερωθη. Ο Τουρκος μεσα, ο καλικαντζαρος εξω, μεχρις ότου η χανουμισσα πηρε το ψαλιδι και εκοψε τη βρακα, ελευθερωνοντας ετσι τον αντρα της.

Οταν ακουσα την ιστορια αυτη γελασα περιφρονητικα. Οι καλικαντζαροι ομως αργουσαν να ελθουν και παρακαλεσαν τα φαντασματα να με εκδικηθουν. Μετα απο λιγες μερες, την ωρα που ετοιμαζομουν να σχολασω απο το χωραφι, που εργαζομουν μονος, παρατηρησα οτι το αλογο μου δεν ηταν εκει που το ειχα δεσει. Το αναζητησα για πολλη ωρα, μεχρι που νυχτωσε. Αποφασισα τοτε να φυγω, γιατι σκεφτηκα πως μπορουσε να μην το εδεσα καλα και εφυγε για το σπιτι.

Οταν εφθασα στο χωριο κοντευε μεσανυχτα και αυτη την ωρα συνηθως κυκλοφορουν τα φαντασματα. Ακουσα γελια και σταματησα πισω απο ενα θαμνο. Τρια φαντασματα ερχονταν απο μακρυα. Ειπα το "Πατερ ημων", μα εξακολουθουσαν να ερχωνται κατ' επανω μου. Εβγαλα την πιστολα από το ταγαρι μου και περιμενα. Μαλιστα, δεν εκαμνα λαθος. Ηταν φαντασματα. Το φεγγαρι ολοστρογγυλο εφεγγε σα μερα. Το ενα ηταν ντυμενο με σεντονι ασπρο. Εμοιαζε σα λειψανο. Το αλλο έμοιαζε με μαυρο της Αφρικης, με μεγαλα δοντια, και το τριτο σαν παπας, μα η κεφαλη του ηταν πολυ μεγαλη, σαν κοφινι. Παρακαλεσα τοτε τον Άι Δημητρη να με βοηθηση. Περιμενα να πλησιασουν ακομη λιγο, για να πυροβολησω. Ακουσα τα φαντασματα να μιλουν. Αποφασισα τοτε να γινω φαντασμα. Μα πώς; Δε μου εμενε πια καιρος. Αυτα ηταν αποφασισμενα και να με χτυπησουν ακομη, συμφωνα με τα λογια τους. Ηταν ομως γειτονικα φαντασματα και δεν ηθελα να τα σκοτωσω. Φορεσα το ταγαρι αμεσως στην κεφαλη και μουγκρισα σαν αγριο θηριο. Τα φαντασματα εμειναν απολιθωμενα. Με δεύτερο μουγκρητο σηκωθηκα επανω και τα φαντασματα εφυγαν τρομαγμενα, με φωνες. Του κακου τους φωναζα να μη φοβουνται. Ουτε ακουαν.

Την αλλη μερα ο παπας και ο χοτζιας του χωριου ειχαν πολλη δουλεια. Διαβαζαν εξορκισμους. Τρεις χωριανοι, δυο Τουρκοι και ενας Ελληνας, αυτοι που ποτέ τους δε φοβηθηκαν, ηταν αρρωστοι στο στρωμα. Εκεινοι που ολοι νυχτα γυριζαν και εκλεβαν ειδαν φαντασμα. Και πως ηταν, μεγαλο, πολυ μεγαλο, μικρο, πολυ μικρο, ουτε αυτοι δεν ηξεραν. Το μονο που συμφωνουσαν ηταν ότι ειχε πολλα και λαμπερα ματια. Ηταν οι κάττες της θαλασσας που ειχα κρεμμασμενες στο ταγαρι μου.Ù

 

 

1