Α. ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΑΝΕΒΑ!..

Τα παιδικά χρόνια και το ξεκίνημα στη Θεσσαλονίκη (- 1957)

 

 

 

.

.

"Ο πατέρας μου δούλευε σε φούρνο. Η μαμά μου ήταν νοικοκυρά. Αλλά είχαμε και μια πολύ ωραία βάρκα, επειδή του πατέρα μου του άρεσε η θάλασσα και ψαρεύαμε –εξ ου και ψαρεύω, μου αρέσει πολύ η θάλασσα. Τις ελεύθερες ώρες του, λοιπόν, ο μπαμπάς έπρεπε να πάει οπωσδήποτε για ψάρεμα, να φέρει κανένα ψάρι να φάμε. Και το βράδυ που ερχόταν στο σπίτι μας έβαζε το γραμμόφωνο και μας μάθαινε χορό. Ο πρώτος χορός που μάθαμε ήταν ταγκό. Μας έβαζε να πατάμε πάνω στα πόδια του για να μαθαίνουμε τα βήματα. Ήμασταν πολύ φτωχή οικογένεια, αλλά δεν πεινάσαμε ποτέ, επειδή είχα έναν πατέρα ο οποίος δούλευε 20 ώρες το εικοσιτετράωρο. Ο άνθρωπος αυτός μας έμαθε σπουδαία πράγματα. Και να σκεφτείτε ότι δεν είχαμε καν ηλεκτρικό, ήμασταν με λάμπες πετρελαίου.

 

Από τον καιρό που ήμουνα μωρό παιδί, μετά μεγαλύτερο κοριτσάκι, έφηβη κλπ, δεν άλλαξε τίποτε στον χαρακτήρα μου. Και η οικογένεια είναι αυτή που μου έδωσε τα φόντα για να κρατηθώ και να είμαι αυτή που είμαι. Ήταν ο πατέρας που μας καθοδηγούσε πάντα. Μου έλεγε μάλιστα: «πρόσεχε, δεν θα λες ψέματα ποτέ, δεν θα πατήσεις επί πτωμάτων για να ανέβεις και δεν θα γίνεις ποτέ πουτάνα». -  εννοώντας να μην εκμεταλλευτώ ποτέ κανέναν για να κερδίσω κάτι. Υπήρχε βλέπετε και η ρετσινιά και ο άνθρωπος φοβόταν. Όταν είσαι 17 χρόνων και βγαίνεις στο θέατρο (εκείνη την εποχή μιλάμε) καταλαβαίνετε ότι όλος ο κόσμος έλεγε «πωπω, η κόρη βγήκε θεατρίνα…». Ίσον πουτάνα. Ναι, αλλά ένα παιδάκι που παίζει από τεσσάρων χρονών θέατρο τι άλλο από θεατρίνα θα μπορούσε να γίνει; Αυτός θα ήταν δηλαδή ο δρόμος ούτως ή άλλως και απλά ο πατέρας μου ήθελε να με προστατέψει.

 

Στο σπίτι μου έλεγαν: «Θα λες αλήθεια και θα δεις ότι η αλήθεια θα σε βγάλει στο καλύτερο μονοπάτι. Ψέματα μην πεις. Γιατί μετά θα χαθείς μέσα σε έναν ωκεανό από ψέματα και δεν θα ξέρεις, παιδί μου, ποια είναι η αλήθεια και ποιο είναι το ψέμα. Καλύτερα να θυμώσει αυτός που του λες την αλήθεια παρά να μην μπορείς εσύ το βράδυ να κοιμηθείς ήσυχη. Μην κάνεις βρωμιές για να αποκτήσεις λεφτά».

 

Ένα σωρό «μη» έγιναν για μας οι χειρολαβές απ’ όπου κρατηθήκαμε στη ζωή μας. Και όλα αυτά, με έναν τέντζερη και ένα γραμμόφωνο. Αυτά είχαμε όλα κι όλα. Βάζαμε το γραμμόφωνο, έπαιζε, μας μάθαινε ο μπαμπάς μου να χορεύουμε, να τραγουδάμε. Τι ωραία που τραγουδάγαμε όλοι μαζί… Πολύ ωραία. Είχαμε μια πολύ ωραία χορωδία. Ο πατέρας μου, η αδελφή μου, ο αδελφός μου ο μεγάλος και εγώ ήμασταν οι τέσσερις που τραγουδούσαμε πολύ καλά. Η μάνα μου και ο άλλος ο αδελφός μου όχι και τόσο.

 

Ίσως είμαι από τα λίγα παιδάκια που ήξεραν τι θα γίνουν όταν μεγαλώσουν. Δικαιολογημένα μου λέγανε ότι πρώτα τραγούδησα και μετά είπα «μαμά». Όχι που λέει ο λόγος – πραγματικά έτσι έγινε. Το λέγανε και η μάνα και ο πατέρας μου. Από 4 – 5 χρόνων πήγαινα στην «Παιδική Ώρα», στο ραδιόφωνο. Σε ηλικία 12 χρόνων, έκανα διαφημιστικά για να οικονομήσω. Διαφήμιζα, τότε, τα καταστήματα «Μέλκα» στη Θεσσαλονίκη…

Μετά είχα βγει στο παιδικό θέατρο – οργώναμε Βέροια, Νάουσα, Θεσσαλονίκη. Κάθε Κυριακή, παίζαμε και σε ένα άλλο θέατρο. Μπαίναμε στο πούλμαν, μαζί και οι μανάδες μας, και μας πήγαιναν.

Από παιδί είχα βαριά φωνή. Ποτέ δεν ήμουνα παιδάκι. Πάντοτε είχα αυτό το κοντράλτο. Ήμουνα ένα παιδί από Τα παιδιά. Δηλαδή, ανέβαινα, με βάζανε οπουδήποτε, σε καρέκλες, τραπέζια, μου λέγανε «βγες να τραγουδήσεις» και… «όπαλα μάνα μου – όπαλα» εγώ, πρώτη και καλύτερη. Άρχιζα να χορεύω και να τραγουδάω οπουδήποτε βρισκόμουν. Δεν περπάτησα ποτέ. Από την αρχή έτρεχα. Έτρεχα και πάντοτε κλοτσούσα μια πέτρα στο δρόμο τρέχοντας. Είχα μια τέτοια πέτρα. Μια. Την πήγαινα, την έφερνα, την πήγαινα, την έφερνα…

 

Δεν υπήρχε περίπτωση να ακούσω μουσική και μα μη μάθω το τραγούδι. Αφού, όταν βγήκα πια στο θέατρο, με φώναζαν το «στυπόχαρτο»!.. Αλλά και στο θέατρο που βγήκα, καλή ηθοποιός ήμουν. Εκεί έμαθα. Αργότερα, μάλιστα, με είδε και ο Κουμαριώτης ο Γιώργος και μου λέει: «Αρρώστησε μια χορεύτρια. Θέλεις να χορέψεις;» «Αμέ», λέω εγώ. Και κάναμε ένα χορευτικό, χαβανέζα – φορούσαμε κάτι χόρτα, τέτοια πράγματα.

 

Στο θέατρο έκανα όλες τις δουλειές, μέχρι καρατερίστα. Στα 17 μου ήμουν ξεφτέρι. Τότε λοιπόν ξαναφούντωσε αυτό το πάθος για το θέατρο και βγήκα στην επιθεώρηση. Θυμάμαι ήταν τότε στη Θεσσαλονίκη ο Κώστας Βουτσάς, η Μάρθα Καραγιάννη, ο Γιάννης Τζαννετάκος, η Σόνια Δήμου και μια μεγάλη και σπουδαία χορεύτρια, η Ντέπυ Φιλοσόφου – αυτή την παρακολουθούσα πάρα πολύ. Είχε τα ωραιότερα χέρια που έχω δει. Με τον θίασο αυτόν καθίσαμε ένα μήνα στη Θεσσαλονίκη και μετά κάναμε τουρνέ οκτώ μήνες σε όλη την Ελλάδα. Αστεία πράγματα φυσικά. Μπουλούκι, πάνω σε ξύλα, σε βαρέλια, με σκηνές ανύπαρκτες, σε καφενεία, με χιόνια, κρύο, πείνα, με μια γκαζιέρα, αλλά όλοι μαζί. Εκεί έκανα ένα νούμερο αλλά επειδή ήμασταν λίγα άτομα έκανα και πολλά άλλα πράγματα μαζί. Ώσπου μια μέρα, η τραγουδίστρια του θεάτρου αρρώστησε και επειδή… ο καλός ο μύλος τα αλέθει όλα, βάλανε εμένα να τραγουδήσω. Και έτσι τραγούδησα πρώτη φορά. Είπα τη Μαλαγκένια και τον Άνθρωπό μου της Βέμπο, γιατί είχα λατρεία στη Βέμπο και την Μπελίντα. Αλλά και η Νίνου μου άρεσε πάρα πολύ, γιατί δεν είχε το «βαρύ» της Σωτηρίας Μπέλλου ούτε το ρεμπέτικο της Ιωάννας Γεωργακοπούλου, ήταν μοντέρνα λαϊκή. Εξακολουθεί να είναι σημερινή φωνή η Μαρίκα Νίνου…

 

Τα όνειρά μου τότε ήταν να γίνω ηθοποιός του «σοβαρού» θεάτρου και ήθελα, οπωσδήποτε, να μπω στο Εθνικό. Το πρότυπό μου ήταν η Μαίρη Αρώνη, γιατί κατόρθωνε μέσα από τη σοβαρότητα να είναι κωμική και μέσα από το κωμικό να βγάζει συγκίνηση. Και έτσι, εκτός από νουμερίστα έγινα και η τραγουδίστρια του θιάσου. Αφού είχα καταντήσει να με φωνάζουν «βαλίτσα» και «καρμπόν». Ακόμα και αντρικούς ρόλους αντικαθιστούσα, αν έπρεπε… Ομολογώ ότι αυτοί οι οκτώ μήνες ήταν μεγάλο σχολείο για μένα. Όταν επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη, μπήκα στο Στρατιωτικό Θέατρο ως τραγουδίστρια, γιατί ήταν πιο μεγάλη η αμοιβή. Και, συγχρόνως, με «κλείσανε» και σε ένα κέντρο που λεγόταν «Πανόραμα», στην ομώνυμη περιοχή".

 

 

designed by Nikos Karakalpakis

Επιστροφή στα περιεχόμενα