Γ. ΠΟΡΕΙΑ ΑΥΤΟΝΟΜΗ  

Από το πάλκο στην οθόνη, στις πίστες, στις μπουάτ και στο μιούζικ-χωλ.

 

                                 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  

 

 

 

"Δεν επεδίωξα ποτέ να χτίσω γύρω μου έναν μύθο ούτε είχα τη φιλοδοξία να γίνω κάτι το άπιαστο. Ήμουν όμως από τους ευλογημένους ανθρώπους. Κατ’ αρχήν γιατί έζησα και δούλεψα στο μεταίχμιο της εποχής εκείνης. Ευλογημένη γιατί δούλεψα σε πάλκο –εκτός απ’ τον Καζαντζίδη- με ανθρώπους όπως ο Στράτος ο Παγιουμτζής, ο Ζαμπέτας, ο Μητσάκης. Έχοντας δίπλα μου τραγουδίστριες μεγάλες – τη Γιώτα Λύδια, την Καίτη Γκρέυ, την Πόλυ Πάνου, την Άννα Χρυσάφη, τη Σωτηρία Μπέλλου… Εγώ όλους αυτούς τους έζησα, τον Τσιτσάνη, τον Παπαϊωάννου (που μ’ αγαπούσε πολύ) τον Χιώτη, τη Λίντα…

 

Μετά όμως αυτοί οι μεγάλοι φύγαν όλοι. Όλοι. Και ήταν σαν εγώ να πέρασα απ’ την αντίπερα όχθη. Δηλαδή περπάτησα επάνω σ’ αυτό το σχοινί της αλλαγής μιας εποχής και δεν έπεσα!.. Γιατί όταν φεύγει η πρώτη φωνή από ένα ντουέτο, κανένα σεκόντο δεν ευδοκιμεί και δεν στέκεται. Πολύ δύσκολα μπορεί να σταθεί και ν’ αρχίσει άλλη καριέρα το σεκόντο. Εγώ σαφώς ήμουν από τους τυχερούς. Έζησα για δέκα χρόνια παρακολουθώντας από κοντά μιαν εποχή και με το που άλλαξε η εποχή, εγώ τράβηξα άλλο δρόμο. Σηκώθηκα όρθια στο πάλκο, σήκωσα τις τραγουδίστριες, ντύθηκα.

 

Σ’ αυτό με βοήθησε πολύ και το γεγονός ότι ήμουν θεατρίνα. Ξεκίνησα απ’ το θέατρο και -ναι μεν δέκα χρόνια άκουγα, μάθαινα– αλλά κάποια ώρα, όταν ήρθε η ανάγκη να υπάρξω μόνη μου, οπ!.. σηκώθηκα. Δεν ήθελα να τραγουδάω καθιστή στο πάλκο. Έτσι βγήκα και άρχισα να ντύνομαι, να φτιάχνομαι, άρχισα τα φώτα, τους προβολείς, όλα αυτά τα γνωστά. Έτσι έγινα η Μαρινέλλα!..

 

Το μόνο πράγμα που είπα όταν χώρισα και ήμουν πια μόνη και αυτοκέφαλη, είναι ότι ο σεβασμός είναι κάτι που το κερδίζεις. Δεν στον χαρίζει κανείς και δεν μπορείς να το αλλάξεις αυτό με όλα τα λεφτά και τα δισεκατομμύρια του κόσμου.

 

Νομίζω ότι αυτά είναι πράγματα που τα παίρνει κανείς από το σπίτι του. Το σπίτι είναι ο κήπος και εσύ είσαι ένα δεντράκι του κήπου. Αν σε φυτέψουν σωστά και σε προσέξουν, αν σε ποτίσουν και μεγαλώσεις, μετά άστο το δέντρο, δεν κινδυνεύει, έχει γερό, σωστό κορμό, άρα δεν παθαίνει τίποτα. Δεν στραβώνει ένα μεγάλο δέντρο με ίσιο κορμό, και χίλιοι αέρηδες να φυσήξουν. Αν όμως κάτι ξεκινήσει στραβά, έτσι θα συνεχίσει. Έτσι, λοιπόν, όσο πέρναγαν τα χρόνια, όλοι όσοι συνεργάζονταν μαζί μου λένε: «Σου ‘πε ναι η Μαρινέλλα; Εντάξει, μη φοβάσαι. Είναι ναι.»

 

Όταν χώρισα, ο πρώτος που με πλησίασε και γίναμε καλοί φίλοι ήταν ο Κατσαρός. Αυτός μου έδωσε να τραγουδήσω μόνη μου τραγούδια όπως το Οι άντρες δεν κλαίνε ή το Απόψε χάνω μια ψυχή. Έτσι άρχισα να κάνω κάτι μόνη μου. Ήταν σημαντικό τότε για μένα ότι κάπου στηριζόμουν και κάποιος βασιζόταν σε μένα.

 

Το ’67 είπα το Σταλιά σταλιά, το ’68 την Πέτρα. Αυτά τα τραγούδια άντεξαν στον χρόνο. Εγώ δούλευα δέκα μήνες τον χρόνο και τους δύο καθόμουν. Μιλάμε για δουλειά όμως. Δουλειά. Όλες τις μέρες. Ευτυχώς κατόρθωσα, αντί για εφτά μέρες τη βδομάδα, να καθιερώσω εκείνη την εποχή το ρεπό. Εγώ έβαλα το ρεπό στα μαγαζιά. Κάθε Κυριακή έκλεινα. Το να κλείνεις Κυριακή εκείνα τα χρόνια ήταν κάτι το φοβερό. Αυτό άρχισα να το κάνω το 1969. Μια μέρα την εβδομάδα κλείναμε, αλλά συγχρόνως επέβαλα στους επιχειρηματίες που είχαν να μαγαζιά οι μουσικοί να πληρώνονται. Δηλαδή ενώ πληρώνονταν για εφτά μέρες, δούλευαν έξι. Μετά το πήραν όλοι…

 

Βρέθηκε λοιπόν η Μαρινέλλα -αν και θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε άλλη τραγουδίστρια- και άρχισαν όλες να σηκώνονται δειλά–δειλά από την καρέκλα, να ντύνονται… Άρχισα να παντρεύω το ευρωπαϊκό, το οποίο κυριαρχούσε ως τότε στα μαγαζιά, με το λαϊκό. Αυτά τα πάντρεψα εγώ πηγαίνοντας στην Πλάκα και τραγουδώντας με τον Χατζή αλλά και σε μαγαζιά όπως το Μοστρού ή την Παλιά Αθήνα. Πήγα σε αυτά τα μαγαζιά και άρχισα να τραγουδάω ελαφρολαϊκά. Από ρεμπέτικα ως το Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι, που είναι άκρως ευρωπαϊκό τραγούδι. Γιατί μη μου πείτε ότι δεν είναι. Επειδή το ‘παιζε ο Τσιτσάνης; Ο Τσιτσάνης έγραψε τραγούδια πολύ μοντέρνα. Επίσης και ο Χιώτης, όταν άρχισε να κάνει αυτά που έκανε, ήταν καθαρά τζαζ μελωδίες. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι έβγαλε ο Μανώλης από μέσα του. Θησαυρούς!..

 

Εμείς, το τραγούδι αρχίσαμε να το σπουδάζουμε από το νηπιαγωγείο και περάσαμε από όλες τις τάξεις. Δεν βγήκαμε να τραγουδήσουμε και να γίνουμε γνωστοί εν μια νυκτί. Μάθαμε πρόσθεση, αφαίρεση, την προπαίδεια στο τραγούδι και μετά βγήκαμε να τραγουδήσουμε. Εμείς ξεκινήσαμε το τραγούδι στις αυλές, στις παρέες, στο σπίτι μας μέσα, για να αντέξουμε τη δυσκολία της ζωής. Μεγαλώνοντας κάποιοι από μας έκαναν το τραγούδι δουλειά τους, αλλά όλοι ξέραμε ότι το τραγούδι δεν θα είναι ποτέ σκέτη δουλειά. Γιατί το τραγούδι είναι η παρέα του ακροατή, είναι ο άλλος άνθρωπος που έχουμε ανάγκη να μιλήσουμε μαζί του, να πιάσουμε μαζί του τη συζήτηση για τα προβλήματα που μας απασχολούν και μας βασανίζουν ή για πράγματα που μας κάνουν ευτυχισμένους. Αυτός είναι ο ρόλος του τραγουδιού.

 

Με άλλα λόγια, όλοι εμείς οι παλιοί τραγουδιστές σπείραμε χρόνια σπόρο καλό, γι’ αυτό έπιασε και η ρίζα. Σήμερα κάνεις έναν δίσκο, κάνεις ένα σουξέ και εν μια νυκτί γίνεσαι τοπ. Πας, δηλαδή, σε μια νύχτα από τα νήπια κατευθείαν στο πανεπιστήμιο, χωρίς να έχεις μάθει την αλφαβήτα!.. Αν δεν ξέρεις την αλφαβήτα, πώς θα μάθεις να σχηματίζεις προτάσεις; Πώς θα διαβάζεις τον στίχο και πώς θα σε πάρει ο στίχος μαζί του να σε ταξιδέψει;

 

Πώς να πει ένας σημερινός τραγουδιστής: «Δυο πόρτες έχει η ζωή, άνοιξα μια και μπήκα, σεργιάνισα ένα πρωινό κι ώσπου να ‘ρθει το δειλινό από την άλλη βγήκα;» Αν οι σημερινοί τραγουδιστές καταλάβουν αυτόν τον στίχο, θα λιποθυμήσουν αμέσως. Πώς να τον καταλάβουν όμως; Πώς; Ξέρετε τι εφόδια χρειάζονται για να κλείσεις την ουσία της ζωής μέσα σε τέσσερις αράδες; Πόσο πρέπει να έχει ζήσει κανείς για να χωρέσει τη ζωή μας όλη μέσα σε τέσσερις αράδες;"

 

 

designed by Nikos Karakalpakis

Επιστροφή στα περιεχόμενα