ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Γεννήθηκε στη Μονεμβάσια το 1909. Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο και το σχολαρχείο της γενέτειράς του. Από το 1921 παρακολουθεί τα μαθήματα του γυμνασίου στην ιδαίτερη πατρίδα της μητέρας του, το Γύθειο. Μετά την αποφοίτησή του (1925) ο Ρίτσος έρχεται στην Αθήνα, όπου ασχολείται, προσωρινά, σε δουλειές γραφείου. Το επόμενο έτος προσβάλλεται από φυματίωση και ύστερα από μια σύντομη ανάπαυλα στη Μονεμβάσια ξαναγυρίζει στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.

Μετά από νέα τετράχρονη ταλαιπωρία της υγείας του επιστρέφει το 1931 στην Αθήνα και απασχολείται ως ηθοποιός και χορευτής σε διάφορα ιδιωτικά θέατρα και από το 1934, ως διορθωτής σε εκδοτικό οίκο. Από το 1937 ασχολείται σε μικρούς ρόλους στο Εθνικό θέατρο και στη Λυρική σκηνή. Στην κατοχή και ενώ η υγεία του σημειώνει νέα επιδείνωση, προσχωρεί (1942) στο μορφωτικό τμήμα του ΕΑΜ. Μετά τα Δεκεμβριανά του 1944 ακολουθεί τους ηττημένους ως τη Μακεδονία και συνεργάζεται στο <<Λαϊκό θέατρο Μακεδονίας>> στην Κοζάνη, απ’ όπου θα επιστρέψει μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (Φεβρ. 1945) στην Αθήνα.

Δύο χρόνια μετά την έναρξη του εμφύλιου πολέμου, ο Ρίτσος συλλαμβάνεται και εξορίζεται μέχρι το 1952. Το 1955 του απονέμεται το Α΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης για τη Σονάτα του Σεληνόφωτος.

Μετά το 1970 ο Ρίτσος γνώρισε τη μεγαλύτερη φήμη του με τη διεθνή διάδοση και αναγνώριση του έργου του, που συνοδεύτηκε από πολυάριθμες βραβεύσεις και τιμητικές διακρίσεις: μέλος της Ακαδημίας Επιστημών και Γραμμάτων του Μάιντς Δυτική Γερμανία (1970). Βραβείο ποίησης της Μπιεννάλε Βέλγιο (1972), Βραβείο Ντιμιτρόφ Βουλγαρία (1974), επίτιμος διδάκτορας Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Πρόεδρος του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου (1975), Βραβείο <<Taozmina>> Κατάνια Σικελίας, Βραβείο <<Seregno Brienzi>> Ιταλία 1976, Βραβείο Λένιν για την ειρήνη 1977, επίτιμος διδάκτορας Πανεπιστημίου Μπέρμινχαμ Αγγλία (1978), επίτιμος δημότης Λευκωσίας (1979), Ελευσίνας (1982) και Λάρισας (1983), Βραβείο <<Ποιητή Διεθνούς Ειρήνης>> ΟΗΕ, μετάλλιο Ρίτσου από Εθνικό Νομισματοκοπείο Γαλλίας (1986), επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, χρυσό μετάλλιο του Δήμου Αθηναίων (1987), κ.ά.

Εντυπωσιακός είναι ο όγκος του έργου του Ρίτσου, αλλά ακόμα και μια πρώτη, ποσοτική προσέγγισή του είναι δύσκολη. Οι δημοσιευμένες, ως τα 1987, ποιητικές συλλογές ή αυτοτελέίς ποιητικές συνθέσεις του φτάνουν τις 105 ενότητες. Σ’ αυτές πρέπει να προστεθούν έντεκα τουλάχιστον τόμοι μεταφράσεων και ένας τόμος δοκιμιών. Ο συνολικός αριθμός εκδόσεών τους πρέπει να ανέρχεται σε μερικές τουλάχιστο εκατοντάδες, ενώ μόνο ο Επιτάφιος είχε πραγματοποιήσει ως το 1979 τριάντα εκδόσεις. Αντίστοιχα μεγάλος αριθμός αυτοτελών εκδόσεων των έργων του έχει κυκλοφορήσει σε μετάφραση στις κυριότερες γλώσσες του κόσμου, ως το 1976 σε 18 γλώσσες.

Ευκολότερος είναι ο ειδολογικός καθορισμός του έργου του Ρίτσου: στην κατηγορία της λυρικής ποίησης ανήκει ολόκληρο σχεδόν το έργο του.

Ο Ρίτσος είναι ένας αποκλειστικά και γνήσια λυρικός ποιητής. Για το λόγο αυτό είναι και πολύ πιο αξιοπρόσεχτη η μορφική ποικιλία του έργου του: το ποιητικό του έργο περιλαμβάνει ποιήματααπό ένα ή ενάμισι στίχο (<<Στίχος>> Μαρτυρίες Α΄, 1957) μέχρι το συνθετικό ποίημα των πενήντα περίπου σελίδων, όπως ο Τροχονόμος (1974-75).

Η υπερεξηντάχρονη εξελικτική πορεία της ποιητικής δημιουργίας του Ρίτσου χωρίζεται στις παρακάτω φάσεις.

Α΄ Φάση (1924- 1936). Πρώτη εμφάνιση (σε ηλικία 15 ετών) με μερικά νεοσυμβολικά ποιήματα στη Διάπλαση των Παίδων (1924- 27) και στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής εγκυκλοπαίδιας. Ακολουθούν τρεις ποιητικές συλλογές (Τρακτέρ, 1934, Πυραμίδες, 1935, Επιτάφιος, 1936)

Β΄ Φάση (1936-1943). Μια πρώτη περίοδος της φάσης αυτής καλύπτεται από τρεις ποιητικές συνθέσεις σε ελεύθερο στίχο (Το τραγούδι της αδερφής μου, 1936-36, Εαρινή συμφωνία, 1937, Το εμβατήριο του ωκεανού, 1939-40) στις οποίες εκφράζεται, με νεοσυμβολιστικούς τρόπους, το αίσθημα της εσωτερικής πολιορκίας που επέβαλε η δικτατορία του Μεταξά.

Αλλά ήδη μια δεύτερη περίοδος (1941-43) προαναγγέλνει και μορφικά το πέρασμα από τη νύκτα της κατοχής στην ανατολή της Αντίστασης.

Γ΄ Φάση (1944-1955). Σε ένα πρώτο στάδιο της φάσης αυτής (1944-1949) αναπλάθονται ποιητικά η κορύφωση της Αντίστασης (1944) και η νέα ανάταση του Αγώνα (1945-49), με εκφραστικά μέσα που ξεκινάνε από το θεατρόμορφο διάλογο (Τρία χορικά) και περνάνε στη Ρωμιοσύνη και την Κυρά των Αμπελιών.

Σε ένα ενδιάμεσο στάδιο, ο εφιάλτης της εξορίας και της ήττας θα εκφραστεί σε κοφτούς, σκληρούς, αντιλυρικούς στίχους (Μακρονησιώτικα, 1949, Ημερολόγιο Εξορίας 1948-50)

Σε ένα τρίτο στάδιο επιχειρείται, και ποιητικά, μ’ελεύθερους, μακρόσυρτους και λιτούς στίχους, η επανεξέταση του ατόμου, δημιουργού- αγωνιστή στην πολιτεία της ειρήνης, της αγάπης και της ελπίδας (Ανυπόταχτη πολιτεία 1952-53).

Δ΄ Φάση (1956-66). Πρόκειται για τη γονιμότερη φάση στην ποιητική δημιουργία του Ρίτσου με αποκορύφωση τηςσυνειδησιακής και καλλιτεχνικής του ωριμότητας και επινόηση ή τελειοποίηση νέων ποιητικών μορφών.

Ε΄ Φάση (1967-1986). Ξεπερνάει σε παραγωγικότητα και δημιουργικότητα την προηγούμενη και διακρίνεται σε δύο περιόδους: α) την περίοδο της νέας διδακτορίας (1967-74). Το έργο του Ρίτσου στην περίοδο αυτή αποτελεί μια ανάπλαση του προηγούμενου έργου του σε ανώτερο επίπεδο. β) την περίοδο της μεταπολίτευσης (1974- 1986). Σ’ αυτήν δεσπόζει, δίπλα στις πλατιές ποιητικές συνθέσεις (Τροχονόμος 1975, Μονεμβασσιώτισσες 1975, κ.ά.) στις οποίες αναβιώνεται η πρόσφατη ιστορική εμπειρία και διαφαίνεται σε όλα τα προηγούμενα, αυτοβιογραφικά και ιστορικά βιώματα του φορέα της, μια σειρά εννέα ποιητικών συνθέσεων σε λυρική πρόζα (Εικονοστάσιο ανώνυμων αγίων 1971-86, κ.ά.).

Η υπερεξηντάχρονη ποιητική δημιουργία του Ρίτσου χαρακτηρίζεται από ενότητα ατομικής και κοινωνικής ένταξης, ιστορικής συνείδησης και καλλιτεχνικής έκφρασης, που διατυπώθηκε επιγραμματικά στον τίτλο του <<πολυθεάματος>> που αφιερώθηκε σ’ αυτόν στο Φεστιβάλ Αθηνών (1985) <<Ελλάδα-Ρίτσος-Μεγάλη πορεία>>.


 


 

wpe5085.gif (1205 bytes)
Πίσω
1