Οι καλές διηγήσεις είναι πάντοτε σύντομες σα τα
πρώτα σημάδια του πεπρωμένου
προς τι λοιπόν οι μακριές εξομολογήσεις - στάθηκα στην
άκρη του δρόμου κι έκλαψα
όχι απο θλίψη, αλλά για να εκδικηθώ αυτά τα μαύρα
χρόνια που με τυράννησαν -
αλλά κι όταν σε διώχνουν γιατί το κάνουν, αν όχι για
να δείς έξω την απεραντοσύνη του δειλινού,
είναι η ώρα που ανάβουν τα φώτα και για μια στιγμή γίνονται όλα
τόσο πιθανά,
που θα μπορούσες να ζήσεις μια αιωνιότητα - συλλογιέμαι
τη μητέρα που μπαινόβγαινε στα δωμάτια των
αρρώστων ανέγγιχτη
και καμιά φορά το απόμακρο τραγούδι ενός περαστικού
τη νύχτα
είναι ό,τι πιο ωραίο ζήσαμε. Και κάποτε θα σας πώ πόσο
πολύ σας αγάπησα, μόνο που πρέπει να με βρείτε
τον ίδιο προσωπικά
όπως ο δήμιος...
{...}
Παρακολουθούσα λοιπόν με αγωνία το βάθος του ορίζοντα
ή τα φύλλα του ημερολογίου
και τα όνειρα που κάναμε παιδιά μας διαποτίζουν
ολόκληρους
χωρίς να τα θυμόμαστε ή στη μέση του καλοκαιριού ένα
μικρό σύννεφο είναι ο πρόλογος του φθινοπώρου
και συνήθως σκοτώνουμε το παρόν με το φόβο ή την τύψη
μα πιο πολύ με τ' όνειρο
κι αν συνεχίζω να υποφέρω είναι ένα μέγα μυστήριο γιατί
κανείς δε θα ζήσει ποτέ δυο φορές
ω ηλικία, που έστω κι ένα βλέμμα στον καθρέφτη είναι
μια μάχη με άγνωστη έκβαση.
Πάντοτε με βάραινε μια αόριστη ενοχή, σα να' χα
κλείσει την πόρτα μου σ' έναν άγγελο
ή παραπλανήσει ένα παιδί - κατά τα άλλα η οικογένειά μου,
απο τις πιο ευυπόληπτες, διατηρούσε όλες τις
μεγαλοαστικές συνήθειες
μόνο που το σπίτι δε χωρούσε τόσες μικρότητες κι είχαμε
κι ένα άλλο στην εξοχή.
Ύστερα ο πατέρας πτώχευσε, όλα άλλαξαν, ο αδερφός
μου άρχισε να στέλνει μοχθηρά γράμματα
κι εγώ ερωτεύτηκα την Ιβηρική χερσόνησο
εξάλλου τι άλλο είναι ο κόσμος απο εκείνη τη μεγάλη
υπόσχεση
τι άλλο η αμαρτία απ' το να μην αγαπάς τον εαυτό σου
τι άλλο η ανωνυμία απο το να ζήσεις αγνός και να φύγεις
αγνότερος
ή όταν γύριζα απ' τις περιπέτειε΄ς μου στο άγνωστο
έφερνα πάντα σαν έπαθλο
την ωραία άγνοια του κόσμου
και συχνά μ' έβρισκε άγρυπνο το πρωϊ να χρωματίζω
χάρτινα πουλιά
και να περιμένω να κελαηδήσουν. Ένας αλκοολικός του
ονείρου σ' ΄ναν ύπνο απο χιόνι.
{...}
Και κάποτε ονειρεύομαι να κλάψω τόσο πoλύ, που όλα
τα μυστικά ν' αποκαλυφθούνε
θα' ναι νύχτα βαθιά κι η θάλασσα θ' αναζητάει την
αιωνιότητα
σαν τους αυτόχειρες - τελικά διάβηκε η ζωή, αλλά δεν
το κατάλαβα, έχοντας να λησμονήσω
τόσους θλιμμένους αιώνες - κοίταζα λοιπόν κάθε στιγμή
μου να γίνεται σκόνη κι ύστερα όνειρο
και καμιά φορά έβγαζα το κεφάλι μου απ΄το παράθυρο
"το ξέρω ότι ματαιοπονώ" τους έλεγα και τους έδειχνα
τα μενεξεδένια σύννεφα.
Αλλά τώρα βασίλεψε ο ήλιος, σε λίγο θα πάρω το δρόμο
της δύσης
και δεν θα με ξαναδείτε παρά στο τελευταίο κεφάλαιο του
ωραίου μυθιστορήματος
κρεμασμένο με τους άλλους επαναστάτες.
Τάσος Λειβαδίτης
"Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα"