ΙΝΑ ΠΛΗΡΩΘΗ ΤΟ ΡΗΘΕΝ....
 

{...}
Ήμουν τόσο λυπημένος,
που οι άγγελοι μου τραγουδούσαν στον ουρανό, άρχιζα
τότε να τραγουδάω κι εγώ
για να μην καταλάβουν οι γείτονες, έτσι απέκτησα τη
φήμη ξέγοιαστου ανθρώπου
εξάλλου ο ρόλος μου πάντα ήταν να κρατάω ξύπνιο αυτό
το ηλίθιο φάντασμα
μιας παλιάς ευτυχίας, και καμιά φορά η μητέρα με
ρωτούσε δακρυσμένη "γιατί σ' αρέσει να ταπεινώνεσαι;"
"θέλω να καταλάβω, μητέρα".

Και κλαθε τόσο απ' το μεγάλο ρολόϊ του τοίχου ακόυγονταν
οι θλιβεροί ήχοι των επιζώντων
στο ίδιο σπίτι μείναμε πολλοί :
ο γέρος με το φλάουτο
ένας τρελός χωρίς ηλικία
ένα φάντασμα απ' την Οδησσό
εγώ με τα χειρόγραφά μου εγκαταλελειμμένα στον
ουρανό -
τ' απογεύματα κάθομαι στο παράθυρο και κοιτάζω
ν' ανάβουν ένα ένα τ' άστρα
έτσι έμαθα την πικρή μοίρα των θνητών.

Μεγάλα όνειρα της νιότης μας, δεν πραγματοποιήθηκαν
ποτέ
όμως εσείς είναι που δώσατε αυτό το βάθος στη
ματαιότητα, ενώ η μητέρα
κλειδωνόταν στην κάμαρα κι έκλαιγε σιωπηλά -
νευρασθένεια, έλεγαν οι γιατροί, όμως εγώ ήξερα ότι
είχαν περάσει τα χρόνια
κι έπρεπε τώρα να κλάψει και για εκείνα που δεν έγιναν
ποτέ
κι ίσως αυτά να ήταν η αληθινή ζωή μας.

Αλλά κι όταν τελειώνει η μέρα γίνεται άξαφνα μια
παράξενη ησυχία απο πολλά πράγματα που ξεχάσαμε,
ο αέρας μυρίζει παλιούς μενεξέδες - το γέρικο νοσοκομείο
με τα μικρά κίτρινα φώτα του τη νύχτα μοιάζει
σα να' ναι
απο μιαν άλλη εξωπραγματική ζωή - εκεί έζησα, άρρωστος
απο χαμένες ευκαιρίες αιώνων,
όταν γύρισα σπίτι δεν ακούγονταν πια τ' ανάλαφρα
βήματα των κοριτσιών
ή των επισκεπτών το βράδυ. Και κάθε φορά που έβαζα
ένα δίσκο στο γραμμόφωνο, καταλάβαινα ότι δεν
ξαναρχίζει ποτέ κανείς δυο φορές
και μόνον ο χρόνος είναι γενναιόδορος μοιράζοντας σε όλους τη σκοτεινή λησμοσύνη του -
λοιπόν ποια πράξη μας βαρύνει την ημέρα
της Κρίσεως ; Ποιός θα σηκωθεί να μας υπερασπιστεί ή έστω
να κάνει μια μικρή αναφορά στ΄όνομά μας ;
Έρημα βράδια και νυχτερινοί δρόμοι που συναντήσαμε
τις σκιές εκείνων που τόσο θέλαμε να ξεχάσουμε !
Ώσπου στο τέλος κερδίζει μόνο όποιος χάνει :
πανάρχαιη, ανεξήγητη ανταμοιβλη.

Έτσι, απόψε που σκοτείνιασε και δεν έχουμε πουθενά να
πάμε, ας κάνουμε ένα ταξλιδι στα περασμέν -
τι θα βρούμε ; άγνωστο. Γι αυτό καλύτερα μην το
διακινδυνεύσουμε,
ας γυρίσουμε προς τον τοίχο τις φωτογραφίες των νεκρών
κι ας κοιμηθούμε λίγο. Αφού όλα είναι
ανώφελα κι εδώ που ζήσαμε
θα κατοικήσει η λήθη.
 

       Τάσος Λειβαδίτης
"Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα"