"Γράμματα σε μιαν Αρχάρια Μοναχή" 2η Έκδοση, Πετρούπολη 1915

Ηγουμένης Ταϊσίας του Λεουσένι

 

Του βίου την θάλασσαν υψουμένην…τω ευδίω

λιμένι σου προσδραμών βοώ σοι*

 

Βυθίζομαι και πέφτω σαν τον Πέτρο στου βίου την θάλασσα την ταραγμένη, κι όπως εκείνος σου φωνάζω "Βοήθα Δάσκαλε! Σώσε με κι είμαι χαμένη!"

Ένα σου νεύμα μόνο Παντοδύναμε μια λέξη σου, τη θύελλα γαληνεύει κάνει βατό το πέλαγο το άγριο τον άνεμο και την βροντή μαζεύει

Με τ’ άγια σου τα πόδια έλα και βάδισε στα κύματα της έρμης της καρδιάς μου για να κατασιγάσουν μπρος στην χάρη Σου να νοιώσω την ειρήνη Σου κοντά μου.

Την πίστη στήριξε μου κι άπλωσε το χέρι σου και κράξε και σε μένα "Άνδρίζου, μη δειλιάζης ολιγόπιστη, έλα σε Με, τον Εύδιο τον λιμένα."

 

Στον πατέρα Ιωάννη

 

Την ιερατική τη χάρη στολισμένος που στην ψυχή δώρα του πνεύματος χαρίζει βράχος ακλόνητος στέκεις κι ακέριος στο κύμα της ζωής που σπα κι αφρίζει.

Της πίστης σου ο λύχνος λάμπει ολούθε και τις καρδιές τις μαύρες αλλοιώνει κι η φλόγα της αγάπης σου τον πάγο της έχθρας και του φόβου τόνε λιώνει.

"Απ’ τ’ άκρη της Ανατολής τ’ ατέλειωτα" καθώς λέει ο προφήτης στο βιβλίο "μέχρι τη Δύση στου ήλιου το βασίλεμα" λάμπει η ευσπλαχνία στον σεμνό σου βίο.

Με την δική σου πίστη την ασύγκριτη ένοιωσες μέσα σου Θεού το πνεύμα. "Τα πρόβατα μου ποίμαινε πολύτιμε που τα ξαγόρασα με τ’ άγιο μου αίμα"

Και συ Ποιμένα, πάντα μένεις ξάγρυπνος και στον Θεό υπακούς που σου ’χει δώσει το ποίμνιο Του στην δική σου φύλαξη, για να το προστατέψη, να το σώση.

Κι ευλογημένος είν’ αυτός που βρίσκει καταφυγή στα χλοερά λειβάδια και σ’ εκτιμά, σε σέβεται, σε νοιώθει με μιαν αγάπη απλή χωρίς ψεγάδια.