Η ΑΠΑΓΩΓΗ
ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ
5 Ιούλη 1976.
Ήταν απόγευμα,
γύρω στις τρεις ή ώρα. Βρισκόμουν στο δρόμο Σαν Σαλβαδόρ-Σαν Μιγκέλ,
στα περίχωρα τού Σαν Μιγκέλ.
Περπατούσα προς το Σαν Μιγκέλ, όταν ξαφνικά ένα αυτοκίνητο σταμάτησε
δίπλα μου. Κατέβηκαν πολλοί άντρες, φορούσαν πολιτικά και κρατούσαν
όπλα. Ο ένας από αυτούς προχώρησε προς εμένα, με ακινητοποίησε από πίσω
τυλίγοντας με το ένα χέρι το λαιμό μου και με το άλλο άρπαξε την τσάντα
μου.
Αρχίσαμε να παλεύουμε, εγώ για να ξεφύγω, αυτός για να με ακινητοποιήσει.
Κατάφερα να τον ρίξω κάτω και να ελευθερωθώ για μερικά δευτερόλεπτα,
όχι όμως για μεγάλο διάστημα γιατί οι άλλοι πού βρίσκονταν μαζί του
στο αμάξι όρμησαν και αυτοί κατά πάνω μου. Δεν είχα όπλο κι έτσι τα
λίγα δευτερόλεπτα ελευθερίας πού κέρδισα δε μού χρησίμευσαν σε τίποτα.
Η στιγμή αυτή ήταν κάτι το ανεπανάληπτο για μένα, δεν είχα νιώσει ποτέ
τόσο έντονα αυτή την αδυναμία να υπερασπίσω τον εαυτό μου, την ανάγκη
να έχω όπλο, και τότε κατάλαβα ολόπλευρα πώς ο εχθρός δεν μπορεί να
αντιμετωπιστεί παρά μόνο με το όπλο στο χέρι.
Στη συνέχεια προσπάθησαν να με ακινητοποιήσουν περικυκλώνοντάς με και
να με χώσουν στο αυτοκίνητο. Αντιστάθηκα με όλες μου τις δυνάμεις, στο
εσωτερικό του αυτοκίνητου διέκρινα έναν πρώην σύντροφο της οργάνωσης
πού τον λέγαμε Μπάγιε και το πραγματικό του όνομα είναι Χουάν Χοσέ Γιανές
και τότε κατάλαβα ότι αυτός ήταν ο προδότης πού με παρέδωσε στον εχθρό.
Η πάλη συνεχίστηκε. Κατάφεραν να με ρίξουν μέσα στο αυτοκίνητο και να
μού περάσουν χειροπέδες, αλλά τα πόδια μου ήταν ακόμα έξω έτσι μπορούσα
να σπρώχνω την πόρτα και να μην τούς αφήνω να την κλείσουν. Τότε ο ένας
από αυτούς είπε:
-Ρίξε καμιά σφαίρα σ' αυτή την πουτάνα να κλείσουμε τέλος πάντων την
πόρτα.
Κι ένας άλλος:
-Κάντε γρήγορα, αρχίζει να γίνεται φασαρία.
-Κλείστε την πόρτα και πυροβολήστε!
-Όχι, όχι! Κλείστε της τη μύτη και στρίψτε της το λαιμό. Χτυπήστε την!
Ήρθε ένας άλλος και προσπάθησε να μού τραβήξει τα πόδια από την πόρτα
άλλά δεν τα κατάφερε, Τότε άρχισαν να με χτυπούν παντού με τα όπλα τους
και δυο από αυτούς ρίχτηκαν επάνω μου. ' Ο ένας μού έκλεισε τη μύτη
και το στόμα και ο άλλος μού ' στρίψε το λαιμό, μου ήρθε ασφυξία, οι
μυς μου χαλάρωσαν και έτσι κατάφεραν να κλείσουν την πόρτα. Μου έβαλαν
αλυσίδες στα πόδια και σκέπασαν το κεφάλι μου με ένα σεντόνι. Μετά με
έριξαν στο βάθος του αυτοκίνητου και αυτός πού είχε προσπαθήσει να με
πιάσει στην αρχή και τον είχα ρίξει κάτω κάθησε επάνω μου. Πληγωμένος
στον εγωισμό του, βάλθηκε να με χτυπάει με μανία και να με βρίζει.
την ώρα πού παλεύαμε τούς είχα ρωτήσει γιατί με συλλαμβάναν.
Μού απάντησαν:
-Ξέρεις καλά πουτάνα γιατί σε συλλαμβάνουμε.
-Είμαστε της μυστικής αστυνομίας, αύτή πού λέτε εσείς πολιτική αστυνομία.
Όταν ξεκίνησε το αυτοκίνητο ο ένας από αυτούς με ρώτησε:
-Λοιπόν, είσαι αντάρτισσα, έτσι;
-Για να ' μαι αντάρτισσα θα ' πρεπε να είχα αρχίδια, απάντησα.
μτφ.
Ε. Χατζηδάκη