![]() |
||||||
| Καλωσορίσατε στο διαδικτυακό τόπο ο οποίος δικαιώνει τα πλήθη των αγριεμένων γυναικών! | ||||||
Στερνή μου γνώση, να σε είχα πρώτα... ![]() Αγαπημένες μου φίλες,
Υπάρχουν στιγμές που καλούμαστε να πάρουμε αποφάσεις ιδιαίτερα σημαντικές, αποφάσεις που αφορούν στα επαγγελματικά μας, τα οικογενειακά μας, τα αισθηματικά μας και τις φιλίες μας. Αυτές οι αποφάσεις είμαστε πεπεισμένες ότι πρόκειται να αλλάξουν τη ζωή μας και αφιερώνουμε ώρες σκέψης και φαιάς ουσίας να περνάμε μέσα από χαοτικές και ψυχοφθόρες διαδικασίες μέχρι να αποφασίσουμε ποιος δρόμος είναι ο σωστός. Μερικές φορές μας είναι ιδιαίτερα βολικό να ξεχνάμε ότι υπάρχουν και οι μονόδρομοι ή έστω τα κόκκινα φανάρια και, είμαστε ικανές να κάνουμε πολύ σημαντικές επιλογές μέσα σε ελάχιστα pico seconds. Αυτές τις στιγμές, είναι που μετανιώνουμε κατά κύριο λόγο περισσότερο και αυτές οι στιγμές είναι που μας μένουν σαν ανάμνηση, εις τους αιώνας των αιώνων.
Κλήθηκα κι εγώ να πάρω σημαντικές αποφάσεις στη ζωή μου. Στα επαγγελματικά μου, τα οικογενειακά μου, τα αισθηματικά μου και τα θέματα φιλίας μου. Μία από τις πιο σημαντικές επιλογές που έκανα, την έκανα πριν από περίπου δυόμισι χρόνια, όταν αποφάσισα να μπλέξω τα αισθηματικά μου, με μία ιδιαίτερα πολύτιμη φιλία μου τότε. Και συγκεκριμένα με το φίλο μου τον Χαμπή*, ο οποίος είμαι σίγουρη πως αν το κείμενο αυτό πέσει στα χέρια του, δεν θα τον πειράξει τόσο το γεγονός ότι αποφάσισα να μοιραστώ αυτή την ιστορία μαζί σας, αλλά γιατί του έδωσα το συγκεκριμένο παρατσούκλι.
Εν πάση περιπτώσει, τον Χαμπή τον ήξερα ανέκαθεν. Ήμασταν συμμαθητές στις περισσότερες τάξεις του σχολείου, συνεπώς τον ήξερα από τον καιρό που είχα μόλις ένα μέτρο ύψους και με είχε δει καθ’ όλη την διάρκεια της τραγικής μου μεταμόρφωσης από κουτσούβελο χωρίς δόντια, έφηβη με τρελή φράντζα μερικών ορόφων μέχρι τη σημερινή μου κατάσταση, μίας εργαζόμενης και καταξιωμένης (θέλω να πιστεύω) νεαράς (αυτό κι αν θέλω να το πιστεύω) με όλες τις προοπτικές να ανέβω ακόμη ψηλότερα. Ο ίδιος, πέρασε κι αυτός μερικές μεταμορφώσεις, τις οποίες παραδέχομαι ότι δεν θυμάμαι και πολύ καλά, γιατί μπορεί να γνωριζόμαστε για πάντα, αλλά απειροελάχιστη έως ανύπαρκτη ήταν η σχέση και η επικοινωνία μας τότε. Μέχρι που ήρθε ο στρατός και το πέρασμα στο Πανεπιστήμιο και, εάν θυμάμαι καλά, συναντηθήκαμε τυχαία, σταδιακά τα βρήκαμε και χάρη στην εξέλιξη των πραγμάτων καταλήξαμε να γίνουμε κολλητοί. Βγαίναμε πολύ, μιλούσαμε πολύ, τηλεφωνιόμασταν με τις ώρες τα διαστήματα όπου σπουδάζαμε σε διαφορετικές πόλεις και καταλήξαμε να έχουμε κατά κάποιο τρόπο κοινούς φίλους και γνωστούς. Όλα αυτά τα χρόνια είχαμε αναπτύξει μία ιδιαίτερη φιλία και άνθρωποι που μας γνώριζαν απορούσαν πως τα βρήκαμε, δεδομένου του πόσο διαφορετικοί είμαστε. Εγώ στο Πανεπιστήμιο είχα μάθει πως τα αντίθετα έλκονται και η ζωή μου έμαθε με τη σειρά της πως τα αντίθετα σίγουρα είναι πιο ενδιαφέροντα και κατά ένα τρόπο σε συμπληρώνουν. Είχαμε ζήσει ο ένας τον άλλο μέσα σε σχέσεις, σε φιλίες, σε κοινωνικές υποχρεώσεις, σε χαρές και σε εντάσεις. Και τα πηγαίναμε περίφημα. Ήταν ο μόνος άνθρωπος ο οποίος με είχε δει σε όλες σχεδόν τις φάσεις μου και το μοναδικό άτομο στο οποίο ανακοίνωνα τα ευχάριστα και δυσάρεστα συνταρακτικά νέα μου άμεσα.
Ποτέ δε μου ήταν δύσκολο να καταλάβω τους ανθρώπους, το συγκεκριμένο όμως άνθρωπο μου πήρε καιρό να τον μάθω. Φύση αναίσθητος και καθόλου μετριόφρων, είχα πάντα μία κρυφή ελπίδα πως θα μοιραζόταν κάποια στιγμή μαζί μου το μυστικό του να είσαι αποστασιοποιημένος από τα πάντα, για να μπορέσω κι εγώ να αντιμετωπίζω απροσδόκητα δυσάρεστες καταστάσεις, με ελαφριά την καρδία. Το μυστικό δεν το έμαθα ποτέ και πιθανόν να έχασα κάθε ευκαιρία να το μάθω μια που μία απροσδόκητα δυσάρεστη κατάσταση, εκτυλίχθηκε πρόσφατα. Και μάλιστα, η ιστορία τον αφορά άμεσα.
Όλα έγιναν πριν από περίπου τρία χρόνια. Όταν εγώ συνειδητοποίησα σε μία εντελώς άσχετη στιγμή ότι πιθανόν ο φίλος μου ο Χαμπής, ήταν ο ιδανικός άντρας για μένα. Γνωριζόμασταν καλά, τα βρίσκαμε αβίαστα και χωρίς καθόλου κόπο, ξέραμε ο ένας τα όρια του άλλου και όσον αφορά εμένα, ό,τι έψαχνα σε έναν άντρα μπορούσα να το έχω από τον Χαμπή. Αλλά δε μίλησα. Αντίθετα, εξαφανίστηκα από το πρόσωπο της γης για κανένα μήνα, μέχρι να χωνέψω ότι αυτό που αισθανόμουν ήταν παράκρουση, ήταν μία περίεργη φάση την οποία θα μπορούσα να ξεπεράσω με ανεξέλεγκτο κάπνισμα και μικρές αλλά τακτικές δόσεις οινοπνεύματος. Και το ξεπέρασα. Και επανεμφανίστηκα στο μήνα επάνω νιώθοντας πολύ καλύτερα και σίγουρα έτοιμη να τον δω χωρίς να λιποθυμήσω ή στην καλύτερη να δεθεί η γλώσσα μου κόμπος. Και συνεχίσαμε σαν να μην έγινε τίποτα μέχρι που ήρθε το καλοκαίρι του 2004 και ένα τρισκατάρατο σχόλιο από τον αδελφό του και όλα γύρισαν τούμπα.
Ένα βράδυ εκείνου του καλοκαιριού λοιπόν, ο Χαμπής ομολόγησε σε βραδινή μας έξοδο πως ο αδερφός του, είχε την εντύπωση πως εγώ τον γούσταρα και ο ίδιος ήθελε να το επιβεβαιώσει και, πάει λέγοντας. Και μια που ήμασταν ειλικρινείς, αποφάσισα να του εκμυστηρευθώ πώς ένιωθα τότε, πως τη στιγμή που μιλούσαμε ήμουν πάρα πολύ καλά και πως γενικά δεν υπήρχε λόγος να αναφερθεί κάτι σχετικό ξανά. Και όλα αυτά, από σεβασμό και μόνο στη φιλία τόσων χρόνων. Λίγη ώρα αργότερα, βρεθήκαμε να φιλιόμαστε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του αδερφού του (τραγική ειρωνεία), να αναρωτιέμαι, εγώ τουλάχιστον, πώς βρεθήκαμε σε αυτή τη θέση, να κάνω χίλιες δυο σκέψεις στο παράλληλο και να απολαμβάνω όμως αυτή την τόσο διαφορετική «επικοινωνία» με το Χαμπή.
Θα μπορούσα να εξιστορώ για ώρες και πολλές σελίδες ακόμη τα παρόμοια περιστατικά που ακολούθησαν, αλλά δε θα το κάνω. Θα περιοριστώ στο να πω ότι πέρασα μία φρικτή περίοδο κυκλοθυμίας, ότι έκανα πολλές προσπάθειες να καταλάβω που θα μας έβγαζε όλο αυτό και μετά από μία απόλυτα απογοητευτική επίσκεψή μου στην πόλη όπου σπουδάζει, κατέληξα να νιώθω εξευτελισμένη και σαν ένα ακόμη ονοματάκι στη μαύρη ατζεντούλα του.
Δυο χρόνια πέρασαν από τότε, με την ανάμνηση του πώς ήμασταν κάποτε, με συχνές αναφορές μου στον Χαμπή και τα ωραία και τα ευτράπελα που μας είχαν τύχει. Κάθε αναφορά μου συνοδευόταν από την εσωτερική μου ανάγκη να πενθήσω τη χαμένη μου φιλία απλά για να μπορέσω να συγχωρέσω και να ξεχάσω, αλλά δεν το έκανα. Συναντηθήκαμε τυχαία μία φορά όπου τα λόγια που ανταλλάξαμε δεν ήταν παρά μερικά μουρμουρητά και μασημένες καλησπέρες. Και συναντηθήκαμε άλλη μία φορά, πριν μερικές βδομάδες, πάλι τυχαία και δώσαμε την υπόσχεση να τα πούμε σύντομα. Και τα είπαμε πολύ σύντομα. Το ίδιο μάλιστα βράδυ. Και κάθε στιγμή μπορούσα να μαντέψω τι θα πει, με ποιο αστείο μου θα γελάσει περισσότερο και για λίγη ώρα είχα την παλιά καλή μου σχέση με το Χαμπή.
Αυτή η όμορφη επανασύνδεση κράτησε λίγες μέρες, μέχρι την τρομακτική του αποκάλυψη σε ένα heart to heart, πως αυτά τα δύο χρόνια με σκεφτόταν και μάλιστα με το πάνω κεφάλι του και πως πάντα είχε εμένα να συζητάει τέτοια θέματα και τώρα ξαφνικά, η κατάσταση αφορούσε εμένα. Μερικές μέρες αργότερα, συναντηθήκαμε στο σπίτι μου και ολοκληρώσαμε αυτό που πολλές φορές είχαμε αφήσει στη μέση στο παρελθόν. Είχα κάνει σεξ με ένα παλιό καλό μου φίλο. Τον καλύτερο μου φίλο κάποια εποχή. Δε θα πω ότι δεν χάρηκα αυτή τη στιγμή με τον Χαμπή. Όμως δεν ένιωθα όπως θα περίμενα. Ή μάλλον, έπρεπε να το περιμένω ότι θα ένιωθα όπως ένιωσα, αλλά δεν το περίμενα. Δεν έδωσα ούτε το ένα χιλιοστό του τι μπορούσα να δώσω εκείνη τη στιγμή, έτρεμα, ένιωθα ότι κάποιες στιγμές ήταν άτσαλες (όπως συμβαίνει συνήθως την πρώτη φορά που κάνεις σεξ με κάποιον) και συνέχεια αναρωτιόμουν αν έπρεπε να κάνω ό,τι έκανα. Ήταν περίεργο. Ίσως ήταν περίεργο μόνο για μένα. Με όλα αυτά που τριβέλιζαν το μυαλό μου, ένιωθα εξαιρετικά αμήχανα και ακόμη πιο αμήχανα ένιωθα τη στιγμή που έφευγε από το σπίτι.
Το θέμα είναι ότι έφυγε και η αμηχανία έμεινε. Δεν έχουμε ακόμη μιλήσει, δεν έχουν περάσει άλλωστε και τόσες πολλές μέρες, αλλά εγώ νιώθω ακόμη περίεργα. Και θέλω να του μιλήσω, να του πω πως νιώθω αλλά μου είναι αδύνατο. Το χειρότερο από όλα είναι ότι νιώθω απογυμνωμένη και κάποια ντροπή. Και δεν θα έπρεπε. Αυτό που μισώ σε μένα είναι την τάση μου να κοσκινίζω καταστάσεις και να φτιάχνω τα χειρότερα σενάρια με το νου μου. Αλλά θα περάσει κι αυτή η μπόρα. Και εύχομαι όταν περάσει, να μπορώ να μιλάω με το Χαμπή, να συζητάμε το τι έγινε κάποτε και να γελάμε.
Αυτή πρέπει να είναι η μεγαλύτερη ιστορία μου μέχρι σήμερα και στερείται χιουμοριστικών στοιχείων γιατί είναι μία ιστορία που με πόνεσε εξαιρετικά και είχα απλά την ανάγκη να τη γράψω. Πιθανόν πολλές από εσάς να βλέπετε τον εαυτό σας στη δική μου θέση και εάν αυτό συμβαίνει, να ξέρετε ότι λυπάμαι ειλικρινά πάρα πολύ.
Υπάρχουν στιγμές λοιπόν, που καλούμαστε να πάρουμε αποφάσεις ιδιαίτερα σημαντικές, αποφάσεις που αφορούν στα επαγγελματικά μας, τα οικογενειακά μας, τα αισθηματικά μας και τις φιλίες μας. Αυτές οι αποφάσεις το πιο σίγουρο είναι πως πράγματι θα αλλάξουν τη ζωή μας και θα αφιερώσουμε ώρες σκέψης και φαιάς ουσίας να περνάμε μέσα από χαοτικές και ψυχοφθόρες διαδικασίες μέχρι να χωνέψουμε ότι ο δρόμος ο οποίος διαλέξαμε, ίσως δεν ήταν και ο πιο σωστός. Αυτές τις στιγμές, ας μην αγνοήσουμε ότι υπάρχουν και μονόδρομοι και ας σκεφτούμε δυο φορές πριν αποφασίσουμε ποιο μονοπάτι θα πάρουμε.
Αυτή η ιστορία είναι εξαιρετικά αφιερωμένη στο Χαμπή, το φίλο μου για χρόνια και εραστή μου για μερικές μόνο στιγμές. Θα ήθελα να γύριζα το χρόνο πίσω, στην εποχή που μου έκανες σεμινάρια για το πώς θα πρέπει να είναι το ιδανικό μαξιλάρι :)
Tutu 23 Ιανουαρίου 2007 2007-01-24 08:09:54 GMT
|
||||||
![]() |
![]() |
|||||