Ο Λωτός, σαν λουλούδι ήταν γνωστός στους ινδούς από πάρα πολύ παλιά. Είχαν, δε, τέτοια αγάπη γι αυτό το φυτό που παρίσταναν τους θεούς τους που γεννιόταν πάνω σε άνθη λωτού.
Από τις Ινδίες ταξίδεψε ο λωτός και πέρασε στο Θιβέτ κι από κει στην Κίνα κι αργότερα έφτασε και ως την Αίγυπτο.
Στους Αιγύπτιους έπαιξθε πολύ σημαντικό ρόλο στην αρχιτεκτονική γιατί, η χάρη και η κομψότητα του φυτού, δώσανε πολλές εμπνεύσεις στους αρχιτέκτονες της εποχής. Πολλά από τα κιονόκρανα των φαραωνικών ναών παρίσταναν άνθη ή κάλυκα λωτού αλλά και σε πολλά χρυσά κοσμήματα ή περιδέρια εμφανίζονταν τέτοια άνθη. Και στην ποίησή τους, όμως, είχε επίδραση, ακόμα και στη Θρησκεία τους όπως ο λωτός ήταν το σύμβολο της μετενσάρκωσης. Γι αυτούς θεωρείτο «το σύμβολο του ανατέλλοντος ηλίου». Οι μακριές, όμως, ξηρασίες στην Αίγυπτο και οι διάφορες πλημμύρες, τελικά, εξαφάνισαν αυτό το είδος.
Σαν φυτό ο Λωτός ανήκει στην οικογένεια των λωτιδών που κι αυτοί ανήκουν στην οικογένεια των αγγειοσπέρμων. Είναι ποώδες φυτό και περιλαμβάνει γύρω στα 100 είδη ετησίων ή πολυετών φυτών, ποών ή θάμνων.
Εδώ, στην Ελλάδα υπάρχουν 13 αυτοφυή είδη.
Ένα απ’ αυτά είναι ο λωτός ο διανθής που φυτρώνει, κυρίως, στα λιβάδια της Ηπείρου. Ενώ ο λωτός ο εδώδιμος συναντιέται σ’ όλη την Ελλάδα κι ονομάζεται: γαργαζουλιά ή μοσχοκερατιά (Θήρα), νερατζούρα (Ζάκυνθος). Οι χλωροί σπόροι αυτού του είδους τρώγονται.
Κι ο λωτός, όμως, ο κερατιοφόρος είναι πολύ γνωστός σ’ όλη την Ελλάδα. Είναι το αγριοτριανταφύλι που φυτρώνει στους κάμπους και στους αγρούς και είναι πολύ χρήσιμος στην κτηνοτροφία.
Το δέντρο λωτός βρίσκεται, κυρίως, στην Αφρική αλλά και στην Ελλάδα κι οι καρποί του, όπως αναφέρει ο Ιστορικός Ηρόδοτος, ήταν γλυκύτατοι σαν χουρμάδες, τρώγονταν πολύ ευχάριστα και ήταν και μεθυστικοί. Ο ι Αιγύπτιοι θεωρούσαν αυτούς τους καρπούς σαν «καρπούς του παραδείσου».
Οι Λωτοφάγοι - ήταν αρχαία, ειρηνική φυλή, πολύ φιλόξενη που ζούσε στα παράλια της Β. Αφρικής κι ετρέφετο μόνο με λωτούς από τους οποίους κατασκεύαζαν κι ευωδιαστό κρασί.
Αυτοί οι λωτοί κι αυτό το γλυκόπιοτο κρασί έγιναν αιτία οι δύο σύντροφοι του Οδυσσέα που πήγαν να ζητήσουν πληροφορίες από το νησί των λωτοφάγων, όταν χάθηκαν, να ενθουσιαστούν και να μη θέλουν να ξαναγυρίσουν στο πλοίο τους, όπως διηγείται ο Όμηρος.
Ευτυχώς οι εποχές αυτές είναι πολύ μακρινές κι εμείς δεν διατρέχουμε, πια, τον κίνδυνο να πάθουμε κάτι τέτοιο.
Ας επιχειρήσουμε, συνεπώς, ν’ απολαύσουμε τη γλύκα των φημισμένων λωτών για να μπορούμε να έχουμε προσωπική άποψη για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να ονομάζονται «καρποί του παραδείσου.»!