>διηγήματα
xpressway to yr skull
προηγούμενο
επόμενο

ιδανική μέρα για μπανανόψαρα

j.d. salinger

δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη συλλογή διηγημάτων απ' τις εκδόσεις γράμματα

 

Στο ξενοδοχείο βρίσκονταν ενενήντα εφτά διαφημιστές απ' τη Νέα Υόρκη, κι όπως μονοπωλούσαν τα υπεραστικά τηλεφωνήματα, η κοπέλα στο 507 έπρεπε να περιμένει απ' το μεσημέρι ως σχεδόν τις δυόμιση για να της δώσουν γραμμή. Ωστόσο, δεν άφησε το χρόνο να πάει χαμένος. Διάβασε ένα άρθρο σε κάποιο φτηνό γυναικείο περιοδικό, που λεγόταν "Το Σεξ είναι Απόλαυση - ή Κόλαση". Έπλυνε τη χτένα και τη βούρτσα της. Έβγαλε ένα λεκέ απ' τη φούστα του μπεζ ταγιέρ της. Έφτιαξε το κουμπί στο Ζακς μπλουζάκι της. Έβγαλε με το τσιμπιδάκι δυο καινούργιες τρίχες απ' την κρεατοελιά της. Όταν επιτέλους ο τηλεφωνητής της χτύπησε το τηλέφωνο, καθόταν σε μια καρέκλα δίπλα στο παράθυρο και σχεδόν τέλειωνε το βάψιμο των νυχιών του αριστερού της χεριού.

Ήταν μια κοπέλα που για κανένα τηλεφώνημα στον κόσμο δε θα παρατούσε τη δουλειά της. Κοίταξε σα να χτυπούσε το τηλέφωνό της απ' την εποχή που είχε μπει στην εφηβεία.

Με το πινελάκι της για το βερνίκωμα, καθώς χτυπούσε το τηλέφωνο, άγγιξε το νύχι του μικρού της δάχτυλου, τονίζοντας τη γραμμή του φεγγαριού. Έκλεισε έπειτα το μπουκαλάκι με το βερνίκι και, όρθια, ανέμισε πάνω κάτω το -υγρό- χέρι της. Με το στεγνό της χέρι πήρε ένα γεμάτο σταχτοδοχείο απ' την καρέκλα δίπλα στο παράθυρο και το έφερε μαζί της ως το κομοδίνο, όπου βρισκόταν το τηλέφωνο. Κάθισε σ' ένα απ' τα δύο στρωμένα διπλά κρεβάτια και -στο πέμπτο ή το έκτο κουδούνισμα- σήκωσε το ακουστικό.
"Ναι;" είπε κρατώντας τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού τεντωμένα και μακριά απ' τη λευκή μεταξωτή της ρόμπα, που ήταν και το μόνο πράγμα που φορούσε, εκτός από κάτι παντόφλες -τα δαχτυλίδια της ήταν στο μπάνιο.
"Έχω το τηλεφώνημά σας για τη Νέα Υόρκη, κυρία Γκλας" είπε ο τηλεφωνητής.
"Ευχαριστώ" είπε η κοπέλα κι έκανε χώρο πάνω στο κομοδίνο για το σταχτοδοχείο.
Ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. "Μύριελ; Εσύ είσαι;"
Η κοπέλα απομάκρυνε λίγο το ακουστικό απ' τ' αυτί της. "Ναι, μητέρα. Πώς είσαι;" είπε.
"Ανησυχούσα τρομερά για σένα. Γιατί δεν τηλεφωνούσες; Είσαι καλά;"
"Προσπάθησα να σε πάρω χτες βράδυ και προχτές. Τα τηλέφωνα εδώ -"
"Είσαι καλά, Μύριελ;"
Η κοπέλα μεγάλωσε την απόσταση ανάμεσα στο ακουστικό και το αυτί της. "Είμαι πολύ καλά. Κάνει τρομερή ζέστη. Είναι η πιο ζεστή μέρα στη Φλόριντα εδώ και -"
"Γιατί δε μου τηλεφωνούσες; Ανησυχούσα τρο -"
"Μανούλα μου γλυκιά, μη φωνάζεις έτσι. Σ' ακούω πολύ καλά" είπε η κοπέλα. "Σου τηλεφώνησα δυο φορές χτες το βράδυ. Μια αμέσως μετά -"
"Το είπα στον πατέρα σου ότι μπορεί να τηλεφωνούσες χτες βράδυ. Εκείνος όμως όχι, έπρεπε να - Είσαι καλά, Μύριελ; Πες μου την αλήθεια".
"Είμαι θαύμα. Σταμάτα σε παρακαλώ να με ρωτάς το ίδιο πράγμα".
"Πότε φτάσατε εκεί;"
br"Δεν ξέρω. Νωρίς το πρωί της Τετάρτης".
"Ποιος οδηγούσε;"
"Εκείνος" είπε η κοπέλα. "Και μην εκνευρίζεσαι. Οδηγούσε θαυμάσια. Έμεινα κατάπληκτη".
"Εκείνος οδηγούσε;" Μύριελ, μου 'χες δώσει το λόγο σου -"
"Μητέρα" τη διέκοψε η κοπέλα. "Μόλις στο είπα. Οδηγούσε θαυμάσια. Στην ουσία, πηγαίναμε με κάτω από ογδόντα σ' όλη τη διαδρομή".
"Μήπως επιχείρησε τίποτα απ' αυτές τις ιστορίες με τα δέντρα και τα λοιπά;"
"Σου είπα ότι οδηγούσε θαυμάσια, μητέρα. Σε παρακαλώ, λοιπόν. Του ζήτησα να μένει κοντά στη λευκή λωρίδα κι όλα αυτά, κι ήξερε τι εννοούσα κι έτσι έκανε. Θα μπορούσε να πει κανείς πως ούτε καν κοίταξε προς τα δέντρα. Αλήθεια, έφτιαξε ο μπαμπάς το αυτοκίνητο;"
"Όχι ακόμα. Ζητάνε τετρακόσια δολάρια, μονάχα για -"
"Μητέρα, ο Σέυμουρ είπε στον μπαμπά ότι θα του το πλήρωνε. Δεν υπάρχει λόγος να -"
"Καλά, καλά, θα δούμε. Πώς συμπεριφέρθηκε -στ' αμάξι και στη συνέχεια;'
"Εντάξει" είπε η κοπέλα.
"Συνεχίζει να σε φωνάζει μ' εκείνο το απαίσιο -"
"Όχι. Έχει κάτι καινούριο τώρα".
"Τι;"
"Ω, τι σημασία έχει, μητέρα;"
"Μύριελ, θέλω να ξέρω. Ο πατέρας σου -"
"Εντάξει, εντάξει. Με φωνάζει η Μις Διανοούμενη Πόρνη του 1948" είπε η κοπέλα και χαχάνισε.
"Δεν είναι αστείο, Μύριελ. Δεν είναι καθόλου αστείο. Είναι φοβερό. Είναι λυπηρό, πραγματικά. Όταν σκέφτομαι πως -"
"Μητέρα" τη διέκοψε η κοπέλα, "άκουσέ με. Θυμάσαι το βιβλίο που μου έστειλε απ' τη Γερμανία; Ξέρεις, εκείνα τα γερμανικά ποιήματα. Τι το 'κανα; Σπάω το κεφάλι μου -"
"Το έχεις".
"Είσαι σίγουρη;" είπε η κοπέλα.
"Βέβαια. Δηλαδή, εγώ το έχω. Είναι στο δωμάτιο του Φρέντυ. Το άφησες εδώ και δεν είχα που να το βάλω. Γιατί; Μήπως το θέλει;"
"Όχι. Μονάχα που με ρώτησε γι' αυτό, καθώς ταξιδεύαμε. Ήθελε να μάθει αν το 'χα διαβάσει".
"Μα ήταν στα γερμανικά!"
"Ναι, γλυκιά μου. Αυτό όμως δεν αλλάζει τα πράγματα" είπε η κοπέλα σταυρώνοντας τα πόδια της. "Είπε ότι τα ποιήματα έχουν γραφτεί απ' το μεγαλύτερο ποιητή του αιώνα. Είπε πως θα 'πρεπε να αγόραζα μια μετάφραση. Ή να μάθω τη γλώσσα, για να δεις δηλαδή".
"Φοβερό. Φοβερό. Είναι πραγματικά λυπηρό, αυτό είναι. Ο πατέρας σου είπε χτες βράδυ -"
"Μισό λεπτό, μαμά" είπε η κοπέλα. Πήγε στην καρέκλα που ήταν δίπλα στο παράθυρο για τα τσιγάρα της, άναψε ένα και γύρισε στη θέση της στο κρεβάτι. "Μαμά;" είπε φυσώντας τον καπνό.
"Μύριελ. Πρόσεξέ με".
"Σε προσέχω".
"Ο πατέρας σου μίλησε στο δόκτορα Σιβέτσκι".
"Ω!" είπε η κοπέλα.
"Του τα είπε όλα. Τουλάχιστον έτσι λέει -τον ξέρεις τώρα τον πατέρα σου. Τα δέντρα. Εκείνη την υπόθεση με το παράθυρο. Αυτά τα φριχτά πράγματα που είπε στη γιαγιά σχετικά με το θάνατό της. Τι έκανε μ' όλες εκείνες τις θαυμάσιες φωτογραφίες απ' τις Βερμούδες - τα πάντα".
"Λοιπόν;" είπε η κοπέλα.
"Λοιπόν. Πρώτα απ' όλα είπε ότι ήταν ένα τέλειο έγκλημα που τον άφησε ο στρατός να φύγει απ' το νοσοκομείο -στο λόγο της τιμής μου. Είπε με πολλή σαφήνεια στον πατέρα σου ότι υπάρχει μια πιθανότητα -μια πολύ μεγάλη πιθανότητα, είπε- να χάσει ο Σέυμουρ τον απόλυτο αυτοέλεγχό του. Στο λόγο της τιμής μου".
"Υπάρχει κάποιος ψυχίατρος στο ξενοδοχείο" είπε η κοπέλα.
"Ποιος; Πώς τον λένε;"
"Δεν ξέρω. Ρήζερ, ή κάτι τέτοιο. Λένε πως είναι πολύ καλός".
"Δεν τον έχω ξανακούσει".
"Πάντως, όπως και να 'χει, υποτίθεται ότι είναι πολύ καλός".
"Μύριελ, μη σε πιάνουν τα νεύρα σου, σε παρακαλώ. Ανησυχούμε πολύ για σένα. Για να καταλάβεις, ο πατέρας σου ήθελε να σου τηλεγραφήσει χτες βράδυ να γυρίσεις σπίτι -"
"Για την ώρα, δε γυρίζω στο σπίτι, μητέρα. Έτσι ηρέμησε".
"Μύριελ. Στο λόγο της τιμής μου. Ο δόκτωρ Σιβέτσκι είπε ότι ο Σέυμουρ μπορεί να χάσει τελείως τον έλεγχό του".
"Μόλις έφτασα εδώ, μητέρα. Αυτές είναι οι πρώτες μου διακοπές εδώ και χρόνια και δε σκοπεύω να τα πακετάρω πάλι όλα και να γυρίσω σπίτι" είπε η κοπέλα. "Έτσι κι αλλιώς δε μπορώ να ταξιδέψω για την ώρα. Μ' έχει κάψει τόσο πολύ ο ήλιος, που μόλις μπορώ να κουνήσω".
"Κάηκες άσxημα; Δε χρησιμοποίησες εκείνο το λάδι ήλιου που σου έβαλα στην τσάντα; Το έβαλα ακριβώς -"
"Το χρησιμοποίησα. Πάντως κάηκα".
"Μα αυτό είναι φοβερό. Πού κάηκες;"
"Παντού, γλυκιά μου, παντού".
"Φοβερό".
"Δε θα πεθάνω κιόλας".
"Πες μου, μίλησες σ' αυτό το ψυχίατρο;"
"Κατά κάποιο τρόπο", είπε η κοπέλα.
"Τι είπε; Πού ήταν ο Σέυμουρ όταν του μίλησες;"
"Στο μπλε δωμάτιο κι έπαιζε πιάνο. Και τα δυο βράδια που είμαστε εδώ έπαιξε πιάνο".
"Λοιπόν, τι είπε;"
"Ε, όχι και πολλά. Αυτός μου μίλησε πρώτος. Καθόμουν δίπλα του στο μπίνγκο χτες βράδυ, και με ρώτησε αν ήταν ο άντρας μου εκείνος που έπαιζε πιάνο στο διπλανό δωμάτιο. Του είπα πως ναι, ήταν, και με ρώτησε αν ο Σέυμουρ ήταν άρρωστος ή κάτι τέτοιο. Έτσι του είπα -"
"Γιατί το ρώτησε αυτός;"
"Δεν ξέρω, μητέρα. Ίσως γιατί είναι τόσο χλομός" είπε η κοπέλα. "Τέλος πάντων, μετά το μπίνγκο με κάλεσαν με τη γυναίκα του για ένα ποτό. Πήγα μαζί τους. Η γυναίκα του ήταν φρίκη. Θυμάσαι εκείνο το απαίσιο βραδινό φόρεμα που είδαμε στη βιτρίνα του Μπόνγουιτ; Εκείνο που έλεγες πως θα 'πρεπε να 'χεις ένα πολύ, πολύ μικρό -"
"Το πράσινο;"
"Αυτό. Κι ήταν όλο εξυπνάδες. Με ρωτούσε συνέχεια αν ο Σέυμουρ είχε καμιά σχέση μ' εκείνη τη Σούζαν Γκλας που έχει εκείνο το μαγαζί στη λεωφόρο Μάντισον -το καπελάδικο".
"Όμως εκείνος τι είπε; Ο γιατρός".
"Ω, όχι και πολλά, στην ουσία. Δηλαδή, ήμαστε στο μπαρ, ξέρεις τώρα. Είχε πολύ φασαρία".
"Ναι, αλλά -του είπες τι προσπάθησε να κάνει με την καρέκλα της γιαγιάς;"
"Όχι, μητέρα. Δεν προχώρησα σε λεπτομέρειες" είπε η κοπέλα. "Μπορεί να του ξαναμιλήσω πάλι. Όλη τη μέρα τη βγάζει στο μπαρ".
"Μήπως σου είπε ότι μπορεί να γινόταν ξαφνικά -ξέρεις- παράξενος ή κάτι τέτοιο; Να σου έκανε τίποτε!"
"Όχι ακριβώς" είπε η κοπέλα. "Έπρεπε να έχει περισσότερα στοιχεία, μητέρα. Πρέπει να ξέρουν για την παιδική σου ηλικία -όλα αυτά τα πράγματα. Σου είπα, ίσα που μπορούσαμε να μιλήσουμε, είχε πολύ θόρυβο εκεί μέσα".
"Καλά. Πώς είναι το μπλε σου παλτό;"
"Εντάξει. Έβγαλα τις βάτες".
"Πώς είναι η μόδα φέτος;"
"Απαίσια. Τελείως έξω απ' αυτό τον κόσμο. Βλέπεις πούλιες -τα πάντα" είπε η κοπέλα.
"Πώς είναι το δωμάτιό σου;"
"Εντάξει. Απλώς εντάξει, ωστόσο. Δε μπορέσαμε να πάρουμε το δωμάτιο που είχαμε πριν τον πόλεμο" είπε η κοπέλα. "Οι άνθρωποι είναι απαίσιοι φέτος. Θα 'πρεπε να 'βλεπες αυτούς που κάθονται δίπλα μας στην τραπεζαρία. Στο διπλανό τραπέζι. Μοιάζουν σα να 'πεσαν πάνω σε φορτηγό".
"Έτσι είναι παντού. Πως είναι το βραδινό σου φόρεμα;"
"Είναι πολύ μακρύ. Στο είπα ότι ήταν πολύ μακρύ".
"Μύριελ, θα σε ρωτήσω για τελευταία φορά -είσαι καλά πραγματικά;"
"Ναι, μητέρα" είπε η κοπέλα. "Για ένατη φορά".
"Και δε θέλεις να γυρίσεις σπίτι;"
"Όχι, μητέρα".
"Ο πατέρας σου είπε χτες βράδυ πως θα 'ταν παραπάνω από πρόθυμος να πληρώσει για να πας κάπου μακριά μόνη σου και να σκεφτείς την κατάσταση. Θα μπορούσες να κάνεις μια θαυμάσια κρουαζιέρα. Σκεφτήκαμε κι οι δυο -"
"Όχι, ευχαριστώ" είπε η κοπέλα και ξεδίπλωσε τα πόδια της.
"Μητέρα, αυτό το τηλεφώνημα κοστίζει μια περ -"
"Όταν σκέφτομαι πως περίμενες αυτό τ' αγόρι όλο τον πόλεμο -θέλω να πω, όταν σκέφτεται κανείς όλες αυτές τις τρελές γυναίκες που -"
"Μητέρα" είπε η κοπέλα, "καλύτερα να κλείσουμε. Ο Σέυμουρ μπορεί να 'ρθει από στιγμή σε στιγμή".
"Πού είναι τώρα;"
"Στην παραλία".
"Στην παραλία; Μόνος του; Φέρεται εντάξει στην παραλία;"
"Μητέρα" είπε η κοπέλα, "μιλάς γι' αυτόν σα να 'ναι κανένας τρελός για δέσιμο".
"Δεν είπα τίποτα τέτοιο, Μύριελ".
"Πάντως έτσι ακούγεται. Ο Σέυμουρ απλώς πηγαίνει και ξαπλώνει εκεί. Δεν πρόκειται να βγάλει το μπουρνούζι του".
"Δεν πρόκειται να βγάλει το μπουρνούζι του; Και γιατί όχι;"
"Δεν ξέρω. Φαντάζομαι γιατί είναι τόσο ωχρός".
"Θεέ μου, έχει ανάγκη από ήλιο. Δε μπορείς να τον καταφέρεις εσύ;"
"Τον ξέρεις το Σέυμουρ" είπε η κοπέλα και ξανασταύρωσε τα πόδια της. "Λέει πως δε θέλει ένα μάτσο ηλίθιους να κοιτάνε το τατουάζ του".
"Μα δεν έχει κανένα τατουάζ! Μήπως έκανε κανένα στο στρατό;"
"Όχι, μητέρα, όχι γλυκιά μου" είπε η κοπέλα, και σηκώθηκε. "Άκου, θα σε πάρω αύριο ίσως".
br"Μύριελ. Πρόσεξέ με".
"Ναι, μητέρα" είπε η κοπέλα, μεταθέτοντας το βάρος στο δεξί της πόδι.
"Τηλεφώνησέ μου οποιαδήποτε στιγμή κάνει ή πει τίποτα παράξενο -ξέρεις τι εννοώ. Μ' ακούς;"
"Μητέρα, δε φοβάμαι το Σέυμουρ".
"Μύριελ, θέλω να μου το υποσχεθείς".
"Καλά, στο υπόσχομαι. Γειά σου, μητέρα" είπε η κοπέλα. "Την αγάπη μου στο μπαμπά!" Έκλεισε.

"Βλέπω κι άλλο γυαλί" είπε η Σύμπιλ Κάρπεντερ, που έμενε στο ξενοδοχείο με τη μητέρα της. "Εσύ είδες κι άλλο γυαλί;"
"Γατούλα μου, σταμάτα να το λες αυτό. Θα την τρελάνεις τη μανούλα. Μην κουνιέσαι, σε παρακαλώ".
Η κυρία Κάρπεντερ έβαζε λάδι ήλιου στους ώμους της Σύμπιλ, απλώνοντάς το στα ντελικάτα, σαν φτερούγες, κόκαλα της πλάτης της. Η Σύμπιλ καθόταν με ανασφάλεια πάνω σε μια μεγάλη φουσκωμένη μπάλα θαλάσσης και κοίταζε τον ωκεανό. Φορούσε ένα καναρινί μπικίνι που, ουσιαστικά, το ένα κομμάτι δε θα της χρησίμευε για άλλα εννέα ή δέκα χρόνια.
"Ήταν μονάχα ένα συνηθισμένο μεταξωτό μαντίλι - θα μπορούσες να το δεις αν πήγαινες κοντά" είπε η γυναίκα που καθόταν σε μια καρέκλα της πλαζ δίπλα στην κυρία Κάρπεντερ. "Πολύ θα 'θελα να μάθω πώς το 'δεσε. Ήταν πολύ χαριτωμένο".
"Σίγουρα" συμφώνησε η κυρία Κάρπεντερ. "Σύμπιλ, μην κουνιέσαι, γατούλα μου".
"Είδες κι άλλο γυαλί;" είπε η Σύμπιλ.
Η κυρία Κάρπεντερ αναστέναξε. "Εντάξει" είπε. Βίδωσε το καπάκι του μπουκαλιού με το λάδι ηλίου. "Τώρα δρόμο να παίξεις λιγάκι. Η μαμά θα πάει στο ξενοδοχείο να πιει ένα μαρτίνι με την κυρία Χιούμπελ. Θα σου φέρω την ελιά".

Με το που βρέθηκε ελεύθερη, η Σύμπιλ έτρεξε αμέσως στην επίπεδη μεριά της παραλίας κι άρχισε να περπατά προς το Περίπτερο του Ψαρά. Σταματώντας μονάχα για να βυθίσει το πόδι της σ' ένα λασπωμένο γκρεμισμένο κάστρο, βρέθηκε γρήγορα έξω απ' την περιοχή της πλαζ που ήταν μόνο για τους ενοίκους του ξενοδοχείου.
Περπάτησε καμιά τετρακοσαριά περίπου μέτρα στην επίπεδη μεριά της παραλίας, κι ύστερα ξαφνικά άρχισε να τρέχει λοξά πάνω στη μαλακία άμμο. Σταμάτησε μονάχα όταν έφτασε κοντά σ' ένα νέο άντρα που ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα.
"Θα μπεις στη θάλασσα να δεις κι άλλο γυαλί;" τον ρώτησε.
Ο νέος τρόμαξε, και το δεξί του χέρι πήγε αμέσως στα πέτα του κλαρωτού του μπουρνουζιού. Γύρισε πάνω στο στομάχι του, αφήνοντας μια μουσταρδιά πετσέτα να πέσει απ' τα μάτια του, και κοίταξε τη Σύμπιλ.
"Έι! Γειά σου, Σύμπιλ".
"Θα μπεις στη θάλασσα;"
"Εσένα περίμενα", είπε ο νέος. "Τι νέα;"
"Τι;" είπε η Σύμπιλ.
"Τι νέα; Τι λέει το πρόγραμμα;"
"Έρχεται αύριο ο μπαμπάς μου με τ' αεροπλάνο" είπε η Σύμπιλ, κλοτσώντας άμμο.
"Όχι στα μάτια μου, γλυκό μου" είπε ο νέος, πιάνοντας τον αστράγαλο της Σύμπιλ. "Καιρός ήταν να 'ρθει ο μπαμπάς σου. Τον περίμενα από ώρα σε ώρα. Από ώρα σε ώρα".
"Πού είναι η κυρία;" είπε η Σύμπιλ.
"Η κυρία;" ο νέος έδιωξε λίγη άμμο απ' τ' αραιά μαλλιά του. "Δύσκολο να πει κανείς, Σύμπιλ. Μπορεί να 'ναι σε χίλια μέρη. Στο κομμωτήριο, να βάφει τα μαλλιά της. Ή να φτιάχνει κούκλες για φτωχά παιδάκια στο δωμάτιό της". Ξαπλωμένος μπρούμυτα τώρα, έσφιξε τα χέρια του σε γροθιές, έβαλε τη μία πάνω στην άλλη κι ακούμπησε στην κορφή το πηγούνι του. "Ρώτα με κάτι άλλο, Σύμπιλ" είπε. "Πολύ όμορφο το μαγιό που φοράς. Αν κάτι μ' αρέσει, είναι ένα μπλε μαγιό".
Η Σύμπιλ τον κάρφωσε με τα μάτια της κι ύστερα κοίταξε το στομάχι της που προεξείχε. "Αυτό είναι κίτρινο" είπε. "Κίτρινο".
"Ναι; Για έλα πιο κοντά".
Η Σύμπιλ έκανε ένα βήμα μπροστά.
"Έχεις απόλυτο δίκιο. Τι ανόητος που είμαι".
"Θα μπεις στη θάλασσα;" είπε η Σύμπιλ.
"Το σκέφτομαι σοβαρά. Πραγματικά, Σύμπιλ, θα χαιρόσουν αν μάθαινες πόσο σοβαρά το σκέφτομαι".
Η Σύμπιλ σκούντησε με το πόδι της τη σαμπρέλα που χρησιμοποιούσε μερικές φορές ο νέος για ν' ακουμπά το κεφάλι του. "Θέλει φούσκωμα" είπε.
"Έχεις δίκιο. Θέλει περισσότερο φούσκωμα απ' όσο θέλω να παραδεχτώ". Τράβηξε τις γροθιές του κι ακούμπησε το πηγούνι του στην άμμο. "Σύμπιλ" της είπε, "φαίνεσαι πολύ καλά. Χαίρομαι που σε βλέπω. Μίλησέ μου για σένα". Τεντώθηκε κι έπιασε και τους δυο αστραγάλους της Σύμπιλ. "Είμαι Αιγόκερως" της είπε. "Εσύ;"
"Η Σάρον Λίπσχουτς είπε ότι την άφησες να κάτσει μαζί σου στο σκαμνί του πιάνου" είπε η Σύμπιλ.
"Η Σάρον Λίπσχουτς είπε τέτοιο πράγμα;"
Η Σύμπιλ ένευσε ζωηρά.
Ο νέος άφησε τους αστραγάλους της, τράβηξε τα χέρια του, κι ακούμπησε το κεφάλι του στον αριστερό του βραχίονα. "Λοιπόν" είπε, "ξέρεις πώς συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, Σύμπιλ. Καθόμουν εκεί κι έπαιζα. Εσύ δε φαινόσουν πουθενά. Κι η Σάρον Λίπσχουτς ήρθε κι έκατσε δίπλα μου. Δε μπορούσα να την κάνω πέρα, μπορούσα;"
"Ναι".
"Όχι, όχι. Όχι. Δε μπορούσα να κάνω τέτοιο πράγμα" είπε ο νέος. "Θα σου πω τι έκανα ωστόσο".
"Τι;"
"Έκανα πως η Σάρον ήσουν εσύ".
Η Σύμπιλ έσκυψε αμέσως κι άρχισε να σκάβει στην άμμο. "Δε μπαίνουμε στην θάλασσα;" είπε.
"Εντάξει", είπε ο νέος. "Νομίζω ότι μπορούμε να βουτήξουμε".
"Την άλλη φορά, κάν' την πέρα" είπε η Σύμπιλ.
"Ποιον να κάνω πέρα;"
"Τη Σάρον Λίπσχουτς".
"Α, τη Σάρον Λίπσχουτς" είπε ο νέος. "Πώς εμφανίζεται συνέχεια αυτό το όνομα. Συγχέοντας θύμηση κι επιθυμία". Σηκώθηκε ξαφνικά στα πόδια του. Κοίταξε τον ωκεανό. "Σύμπιλ" είπε. "Άκου τι θα κάνουμε. Θα προσπαθήσουμε να πιάσουμε ένα μπανανόψαρο".
"Ένα τι;"
"Ένα μπανανόψαρο" είπε ο νέος κι έλυσε τη ζώνη του μπουρνουζιού του. Έβγαλε το μπουρνούζι του. Οι ώμοι του ήταν άσπροι και φτενοί και το κορμί του κάτωχρο. Δίπλωσε το μπουρνούζι, πρώτα στο μάκρος κι έπειτα στα τρία. Ξεδίπλωσε την πετσέτα που είχε χρησιμοποιήσει για τα μάτια του, την άπλωσε στην άμμο κι έπειτα έβαλε το διπλωμένο μπουρνούζι στο πάνω μέρος της. Έσκυψε, πήρε τη σαμπρέλα και την έβαλε κάτω απ' το δεξί του μπράτσο. Έπειτα, με τ' αριστερό του χέρι, έπιασε το χέρι της Σύμπιλ.
Άρχισαν να βαδίζουν προς τον ωκεανό.
"Φαντάζομαι, θα 'χεις δει κάμποσα μπανανόψαρα στον καιρό σου" είπε ο νέος.
Η Σύμπιλ κούνησε το κεφάλι της.
"Όχι; Μα που μένεις, αλήθεια;"
"Δεν ξέρω" είπε η Σύμπιλ.
"Και βέβαια ξέρεις. Πρέπει να ξέρεις. Η Σάρον Λίπσχουτς ξέρει που μένει κι είναι μόνο τρία και μισό".
Η Σύμπιλ σταμάτησε να περπατά και τράβηξε το χέρι της. Μάζεψε ένα συνηθισμένο όστρακο της παραλίας και το κοίταξε με υπερβολικό ενδιαφέρον. Ύστερα το πέταξε κάτω. "Στο Γουίρλι Γουντ του Κονέκτικατ" είπε και ξανάρχισε να βαδίζει, με το στομάχι της προτεταμένο.
"Γουίρλι Γουντ, Κονέκτικατ" είπε ο νέος. "Μήπως βρίσκεται κοντά στο Γουίρλι Γουντ του Κονέκτικατ;"
Η Σύμπιλ τον κοίταξε. "Εκεί μένω" έκανε ανυπόμονα. "Μένω στο Γουίρλυ Γουντ του Κονέκτικατ". Έτρεξε λίγο πιο μπροστά του, έπιασε τ' αριστερό της πόδι με τ' αριστερό της χέρι κι αναπήδησε δυο τρεις φορές.
"Δε μπορείς να καταλάβεις πόσο απλουστεύονται έτσι τα πράγματα" είπε ο νέος.
Η Σύμπιλ άφησε το πόδι της. "Μήπως διάβασες το Αραπάκι Σάμπο;" ρώτησε.
"Είναι πολύ περίεργο που με ρωτάς" είπε ο νέος. "Έτυχε να διαβάσω χτες βράδυ τις τελευταίες σελίδες του". Έσκυψε και ξανάπιασε το χέρι της Σύμπιλ. "Εσένα η γνώμη σου ποια είναι;" τη ρώτησε.
"Σταμάτησαν οι τίγρεις να τριγυρνάνε γύρω απ' το δέντρο;"
"Νόμισα πως δε θα σταματούσαν ποτέ. Ποτέ δεν είχα ξαναδεί τόσες πολλές τίγρεις".
"Ήταν μόνο έξι!" είπε η Σύμπιλ.
"Μόνο έξι;" είπε ο νέος. "Μόνο το λες εσύ αυτό;"
"Σ' αρέσει το κερί;" ρώτησε η Σύμπιλ.
"Τι αν μ' αρέσει;" είπε ο νέος.
"Το κερί".
"Πολύ. Εσένα;"
Η Σύμπιλ ένευσε καταφατικά. "Σ' αρέσουν οι ελιές;" ρώτησε.
"Οι ελιές -ναι. Οι ελιές και το κερί. Δεν πάω πουθενά χωρίς αυτά".
"Σ' αρέσει η Σάρον Λίπσχουτς;" ρώτησε η Σύμπιλ.
"Ναι. Ναι, μ' αρέσει", είπε ο νέος. "Αυτός που μ' αρέσει ιδιαίτερα στη Σάρον είναι ότι δεν πειράζει τα σκυλάκια στο χολ του ξενοδοχείου. Όπως εκείνο το μικροσκοπικό μπουλντόγκ εκείνης της κυρίας απ' τον Καναδά, για παράδειγμα. Μπορεί να μην το πιστέψεις, αλλά υπάρχουν μερικά κοριτσάκια που τους αρέσει να τσιμπούν αυτό το σκυλάκι με τις βέργες απ' τα μπαλόνια τους. Η Σάρον όμως όχι. Δεν είναι ποτέ κακιά ή αγενής. Γι' αυτό μ' αρέσει τόσο πολύ".
Η Σύμπιλ δε μιλούσε.
"Μ' αρέσει να μασάω κεριά" είπε τελικά.
"Και σε ποιον δεν αρέσει;" είπε ο νέος, δοκιμάζοντας το νερό με το πόδι του. "Ωχ! Είναι πάγος". Πέταξε μέσα τη σαμπρέλα.
"Όχι, περίμενε λίγο, Σύμπιλ. Περίμενε να πάμε λίγο πιο βαθιά".
Προχώρησαν μέχρι που το νερό έφτασε στη μέση της Σύμπιλ. Έπειτα τη σήκωσε και την έβαλε να ξαπλώσει με την κοιλιά πάνω στη σαμπρέλα.
"Δε φοράς ποτέ σκουφάκι ή τίποτα τέτοιο;" τη ρώτησε.
"Μην τ' αφήνεις" διέταξε η Σύμπιλ. "Κράτα με καλά τώρα".
"Δεσποινίς Κάρπεντερ. Σας παρακαλώ. Ξέρω τη δουλειά μου" είπε ο νέος. "Κράτα μονάχα ανοιχτά τα μάτια σου για κανένα μπανανόψαρο. Σήμερα είναι ιδανική μέρα για μπανανόψαρα".
"Δε βλέπω κανένα" είπε η Σύμπιλ.
"Αυτό εξηγείται εύκολα. Τα χούγια τους είναι πολύ παράξενα", είπε ο νέος και συνέχισε να σπρώχνει τη σαμπρέλα. Το νερό δεν έφτανε ακόμη καλά καλά στο στήθος του. "Ζουν μια πολύ τραγική ζωή" είπε. "Ξέρεις τι κάνουν, Σύμπιλ;"
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.
"Λοιπόν, κολυμπάνε σε μια τρύπα όπου υπάρχουν πολλές μπανάνες. Μοιάζουν πολύ συνηθισμένα ψάρια όσο κολυμπάνε. Μόλις όμως βρεθούν εκεί μέσα, συμπεριφέρονται σα γουρούνια. Ξέρω κάτι μπανανόψαρα που βρέθηκαν σε μια μπανανότρυπα κι έφαγαν ως εβδομήντα οχτώ μπανάνες". Έσπρωξε τη σαμπρέλα και τον επιβάτη της λίγο παραμέσα. "Φυσικά, ύστερα απ' αυτό χοντραίνουν τόσο πολύ που δε μπορούν να ξαναβγούν απ' την τρύπα. Δε χωράνε να περάσουν απ' την πόρτα".
"Μην προχωράμε πολύ μέσα" είπε η Σύμπιλ. "Τι παθαίνουν;"
"Τι παθαίνουν ποιοι;"
"Τα μπανανόψαρα".
"Α, λες για όταν φάνε τόσες πολλές μπανάνες και δε μπορούν να βγουν απ' τη μπανανότρυπα;"
"Ναι" είπε η Σύμπιλ.
"Λοιπόν, λυπάμαι που στο λέω, Σύμπιλ, αλλά πεθαίνουν".
"Γιατί;" ρώτησε η Σύμπιλ.
"Γιατί, βλέπεις, τα πιάνει μπανανοπυρετός. Μια φοβερή αρρώστια".
"Έρχεται ένα κύμα" είπε η Σύμπιλ, νευρικά.
"Θα το αγνοήσουμε. Θα το σνομπάρουμε" είπε ο νέος. "Δύο σνομπ". Έπιασε τους αστραγάλους της Σύμπιλ κι έσπρωξε προς τα κάνω και μπροστά. Η σαμπρέλα όρμησε πάνω απ' το κύμα. Το νερό έβρεξε τα μαλλιά της Σύμπιλ, η φωνή της όμως έπαλλε από χαρά.
Με το χέρι της, καθώς η σαμπρέλα είχε ισορροπήσει πάλι, ανασήκωσε μια στρωτή φράντζα βρεγμένα μαλλιά μπροστά απ' τα μάτια της κι έδωσε αναφορά: "Μόλις είδα ένα".
"Τι είδες αγάπη μου;"
"Ένα μπανανόψαρο".
"Θε μου, όχι!" είπε ο νέος. "Είχε καμιά μπανάνα στο στόμα του;"
"Ναι" είπε η Σύμπιλ. "Έξι".
Ο νέος σήκωσε ξαφνικά ένα απ' τα βρεγμένα πόδια της Σύμπιλ που κρέμονταν απ' τη σαμπρέλα, και φίλησε την πατούσα.
"Έι!" έκανε η κάτοχος του ποδιού και γύρισε προς τα πίσω.
"Εσύ έι! Βγαίνουμε τώρα. Διασκέδασες αρκετά;"
"Όχι!"
"Λυπάμαι" είπε κι έσπρωξε τη σαμπρέλα προς την ακτή ώσπου η Σύμπιλ βγήκε. Ο νέος έπειτα κουβάλησε τη σαμπρέλα ως εκεί που είχε αφήσει τα πράγματά του.
"Γειά σου", είπε η Σύμπιλ κι έτρεξε χωρίς να 'ναι ιδιαίτερα λυπημένη προς το ξενοδοχείο.

Ο νέος έβαλε το μπουρνούζι του, έσφιξε τα πέτα κι έχωσε την πετσέτα μες στην τσέπη του. Μάζεψε τη βρεγμένη, γλιστερή και βαριά σαμπρέλα και την έβαλε κάτω απ' το μπράτσο του. Περπάτησε μόνος του, δίχως να βιάζεται, πάνω στη μαλακή, ζεστή άμμο προς το ξενοδοχείο.
Στο υπόγειο του ξενοδοχείου, που η διεύθυνση είχε δώσει εντολές να χρησιμοποιούν οι λουόμενοι, μια γυναίκα με αλοιφή στη μύτη της μπήκε στο ασανσέρ μαζί με το νέο.
"Βλέπω ότι κοιτάτε τα πόδια μου" της είπε όταν άρχισε ν' ανεβαίνει το μηχάνημα.
"Τι είπατε;" είπε η γυναίκα.
"Είπα πως κοιτάτε τα πόδια μου".
"Μα τι λέτε; Επειδή έτυχε να κοιτάω το πάτωμα;" είπε η γυναίκα και στράφηκε προς την πόρτα του ασανσέρ.
"Αν θέλετε να κοιτάτε τα πόδια μου, πέστε το" είπε ο νέος. "Δε χρειάζεται να γίνεστε τόσο ύπουλη".
"Σταματήστε παρακαλώ να κατέβω" είπε βιαστικά η γυναίκα στο κορίτσι που χειριζόταν το ασανσέρ.
Οι πόρτες άνοιξαν κι η γυναίκα βγήκε δίχως να κοιτάξει πίσω της.
"Έχω δυο τελείως φυσιολογικά πόδια και δε βλέπω τον παραμικρό λόγο που θα 'πρεπε κανείς να τα κοιτάει έτσι", είπε ο νέος. "Στον πέμπτο, παρακαλώ". Έβγαλε το κλειδί του δωματίου του απ' την τσέπη του μπουρνουζιού.

Βγήκε στον πέμπτο όροφο, προχώρησε στο χολ και μπήκε στο 507. Το δωμάτιο μύριζε καινούριες δερμάτινες βαλίτσες και υγρό που ξεβάφουν τα νύχια.
Κοίταξε την κοπέλα που κοιμόταν στο ένα απ' τα δυο κρεβάτια. Έπειτα πήγε σε μια βαλίτσα, την άνοιξε και κάτω από ένα σωρό από σορτς και εσώρουχα τράβηξε ένα Όρτζις αυτόματο, διαμετρήματος 7.65. Έβγαλε το γεμιστήρα, τον κοίταξε και τον ξανάβαλε. Σήκωσε τον κόκορα. Έπειτα πήγε και κάθισε στο άλλο κρεβάτι, κοίταξε την κοπέλα, σήκωσε το πιστόλι, και φύτεψε μια σφαίρα στον δεξί του κρόταφο.