| >διηγήματα |
xpressway
to yr skull
|
la flamme la plus chaude
gilbert rochellon
επιλογή - απόδοση: ΛΞς
δημοσιεύτηκε στο φανζίν τερηδόνα #12
"Όταν
οι μαθητές μου απευθύνονται σε μένα με τη λέξη "Κύριε", υποσυνείδητα
απευθύνονται στον 'Ύψιστο", στον "εν τοις ουρανοίς Κύριο". Γιατί
ξέρουν ότι μόλις κλείνει η πόρτα της τάξης πίσω μου, όλη η θεϊκή εξουσία είναι
πλέον ανίσχυρη. Η θεϊκή δύναμη περνάει στα χέρια μου και οι μαθητές γνωρίζουν
ότι δεν πρέπει να παίζει κανείς με τον κάτοχο αυτής της δύναμης…"
Ζιλμπέρ Ροσελόν
[…] Θυμάμαι ένα ακόμη περιστατικό από τότε που διετέλεσα δάσκαλος στο επαρχιακό
δημοτικό σχολείο της κωμόπολης Lamertume-sur-Seine, μόλις λίγο έξω από τα περίχωρα
του Παρισίου. Το αν είναι αληθινό ή όχι, ας το κρίνεις εσύ, αναγνώστη τολμηρέ,
και λέω "τολμηρέ", αφού ανέχθηκες μέχρι τώρα την σε σημείο παράνοιας
κενόλογη φλυαρία ενός λογοτέχνη, που όσο προχωράει στη συγγραφή του βιβλίου
του ανακαλύπτει ότι τελικά καθόλου συγγραφική πνοή δεν υπάρχει μέσα του […]
Όπως θα έχεις καταλάβει από τις μέχρι τώρα διηγήσεις μου, η σταδιοδρομία μου ως διδασκάλου,
που με τόση θέρμη και ενθουσιασμό ξεκίνησε, ακολουθούσε σταδιακά μία φθίνουσα
πορεία. Τη αρχική μου φλόγα την αντικατέστησε η πλήξη και η τυποποίηση. Η πορεία
μου στο δημοτικό σχολείο της Lamertume-sur-Seine δεν αποτελούσε εξαίρεση. Διδάσκοντας
για πάνω από είκοσι χρόνια όλα τα μαθήματα στα μικρά παιδιά, από Γαλλική ιστορία
και Πατριδογνωσία μέχρι την Υποτακτική της Γραμματικής και την προσθαφαίρεση
της αριθμητικής, συνειδητοποίησα πόσο τετριμμένα, άχρηστα και ασήμαντα είναι
όλα αυτά που το σχολείο εμφυτεύει στα νεαρά άτομα. Αλλά δεν επρόκειτο να κάνω
εγώ τομές στην εκπαίδευση. Δεν είχα, άλλωστε, ούτε τη διάθεση ούτε τη φαντασία
για κάτι τέτοιο.
Αυτό το οποίο μου έδινε δύναμη να συνεχίσω τα μαθήματα δεν ήταν, επομένως, η
φιλοπρόοδος προδιάθεσή μου, ούτε το λειτούργημα το οποίο ανέλαβα με όρκο ενώπιον
της Γαλλικής Δημοκρατίας να φέρω εις πέρας: Η μόνη φλόγα που μου σιγόκαιε τα
σωθικά και μου αποδιοργάνωνε τη σκέψη και τους χτύπους της καρδιάς ήταν μονάχα
ένα δεκάχρονο κορίτσι, η Ζακλίν Ζενιβιέν.
Παρατηρούσα σαν αποχαυνωμένος (όχι, όχι, πιότερο σαν "υπνωτισμένος")
τις κινήσεις της κάθε πρωί κατά την ώρα της ανύψωσης της σημαίας στο προαύλιο
του σχολείου. Είχε πάνω της όλες τις χάρες της Θεάς ¶νοιξης. Τα μαλλιά της ήταν
κατάξανθα και πέφταν σγουρά πάνω στους ώμους της, τα μάγουλα στο πρόσωπό της
μονίμως κατακόκκινα και ξαναμμένα, θά'λεγες από κάποια άσβεστη, ακόρεστη παιδιάστικη
επιθυμία, φουσκωμένα και γεμάτα μικρές φακίδες. Το αφράτο σαν ζεστή φρατζόλα
ψωμιού σώμα της, φυσικά, σε τίποτα δεν αποκάλυπτε ακόμα την εξέλιξη που του
επεφύλασσε ο χρόνος αλλά με ενέπνεε να λέω "Η Ζακλίν είναι γλυκειά σαν
λουκουμάκι!" και με τις λέξεις αυτές καλημέριζα κάθε νέο χάραμα.
Μην με παρεξηγήσεις, αναγνώστη, για την παρρησία μου αυτή, και μην παρεξηγήσεις
τα κίνητρά μου. Ο πόθος μου για την Ζακλίν ήταν αγνός, σχεδόν πατρικός. Ουδέποτε
έβαλα στο μυαλό μου βρώμικες σκέψεις για αυτήν (αλλά κι αν το έκανα, αμεσως
το μετάνιωσα και με επέπληξα για την αμετροέπεια των λογισμών μου). Ήθελα να
είμαι ταυτόχρονα ο στοργικός πατέρας και ο καλύτερός της φίλος. Να την κρατώ
στα γόνατά μου και να της μιλώ αδιάκοπα για ένα σωρό πράγματα, όχι όμως για
υποτείνουσες, υποτακτικές, και πατριδογνωσίες. Αχ, πόσα μπορεί η φύση να μας
μάθει, που τόσο προκλητικά η εκπαίδευση τα παρακάμπτει!
Ήθελα να την προστατεύω από όλα τα κακοήθη και άξεστα αγόρια του σχολείου. Τα
πειράγματα και τα γέλια τους στα διαλείμματα έφταναν στα αυτιά μου ενοχλητικά,
θά'λεγα αφόρητα. Πόσο άμυαλα και ρηχά είναι τα παιδιά της εποχής μας, χωρίς
ίχνος ευγένειας, ήθους και τρόπων καλής συμπεριφοράς. […] Ωστόσο με ανησυχούσε
ιδιαίτερα η συμπεριφορά ενός και μόνο αγοριού, του Ρεμύ Μαρσώ. Ο Ρεμύ ήταν ένα
ακόμα χωριατόπαιδο, λιοκαμμένο στο πρόσωπο και άγαρμπο στις κινήσεις του, με
κόκκινες φύτρες στα μαλλιά του και ροδαλή επιδερμίδα. Δεν ήταν σπουδαίος μαθητής,
αλλά ούτε άτακτος και κακομαθημένος - για να είμαι δίκαιος, ουδέποτε προξένησε
προβλήματα μέσα και έξω από την τάξη μου - αλλά δεν με ανησυχούσε αυτό. Ο Ρεμύ
πήγαινε στην ίδια τάξη με τη Ζακλίν και έδειχνε να την συμπαθεί. Αυτό ήταν πολύ
άσχημο.
Θορυβήθηκα όταν για πρώτη φορά κατά λάθος τον άκουσα να ψελίζει το όνομά της
μονάχος στο προαύλιο τρώγοντας το ψωμί του. Αμέσως έτρεξα στην τάξη και με μεγάλη
προσοχή έβγαλα από την τσάντα του το τετράδιό του. Το ξεφύλλισα και, ω, για
κακή μου τύχη, σε μία σελίδα διάβασα τους ακόλουθους στίχους:
"Ζωή, αν στα λιβάδια σου δεν
θέλεις πια
Ελεύθερο να τρέχω να με βλέπεις
Πάρε μακριά μου αυτήν που για κείνη ζώ
Που τ'όνομά της από "Ζ" αρχίζει
Γιατί χωρίς αυτήν, σένα ζωή τι να σε κάνω;"
Ω, ακόμα και τα όμορφα λόγια πόσο χυδαία ακούγονται όταν εκφέρονται από στόματα
χυδαίων ανθρώπων - γιατί χυδαίος ήταν ο Ρεμύ! Πώς τολμούσε να μιλάει για έρωτα
και για θάνατο και για υψηλά συναισθήματα αυτός, που ήταν τόσο μικρός και ανώριμος;
Και πόσο εύκολα και ανώδυνα θα αντάλλασσε και θα απαρνιόταν τη ζωή του την ίδια
για ένα απερίσκεπτο σκίρτημα, ένα πετάρισμα μίας παιδικής καρδιάς που την άλλη
μέρα τίποτα δεν θα θυμόταν από τα χθεσινά της καμώματα! Ναι, πόσο χυδαίες μου
φάνηκαν οι αράδες αυτές στο τετράδιο του Ρεμύ!
Αν υπήρχε κάτι πιο απειλητικό από την απρόσμενη κτητικότητα του Ρεμύ απέναντι
στη Ζακλίν, αυτό αναμφισβήτητα ήταν η χαρά με την οποία η Ζακλίν δεχόταν και,
μπορώ να πω, "απολάμβανε" τα πειράγματα και τα παιχνιδίσματα του Ρεμύ!
Ανόητο κορίτσι! Τυφλωμένη από την παιδική, σχεδόν βρεφική, αθωότητα και αφέλεια
φαινόσουν να υποκύπτεις με τον καιρό στη θέληση του αχρείου νεαρού. Σε δικαιολόγησα
λόγω ηλικίας, αλλά έδωσα όρκο ότι δεν θα σε άφηνα να καταστραφείς ταλαιπωρημένη
από την αδιάκοπη περιφορά σου σε αγκαλιές πρόσκαιρων επιτήδειων αγοριών, άγουρων
σαν τα στάχυα του Σεπτέμβρη. […]
Σκεπτόμενος νύχτα και μέρα, κατέληξα στη λύση που μου φάνηκε πιο λογική. Αυτό
που έπρεπε να κάνω ήταν να εκθέσω δημοσίως τον Ρεμύ, ούτως ώστε να μην έχει
μάτια να τον αντικρύσει η Ζακλίν, και να πάψει έτσι το γελοίο αυτό παιχνίδι
της κατάκτησης. Σχεδίασα προσεκτικά την κάθε μου κίνηση. Κανείς δεν επρόκειτο
να πάρει από κοντά μου την Ζακλίν, ακόμα κι αν, κατ'ουσίαν, η Ζακλίν δεν ήταν
ούτε κατά διάνοια "κοντά" μου, ούτε σωματικά, ούτε ψυχικά, ούτε πνευματικά.
Και αφού πρώτα εγώ ο ίδιος δεν ήμουν τόσο κοντά της, αφού πρώτα εγώ ο ίδιος
δεν μπορούσα να γίνω η φωτεινή ζωοδότρα αύρα της, κανέναν άλλον δεν θά άφηνα
να την πλησιάσει και να γίνει ο σκοτεινός και μοχθηρός ίσκιος της. Οδηγούμενος
από κάποιο αόμματο, ανώνυμο και παράλογο πάθος, ήμουν πράγματι ικανός να φτάσω
στα άκρα. […]
Τη μέρα εκείνη το ψύχος ήταν δριμύ και ένας βόρειος παγωμένος άνεμος λυσσομανούσε
έξω από τα παράθυρα. Είχα ρίξει από νωρίς ξύλα στο μαγκάλι και έτσι μέσα στην
τάξη επικρατούσε μία ζεστή και ευχάριστη ατμόσφαιρα, παρόμοια με την οικογενειακή
θαλπωρή στις γιορτές των Χριστουγένων. Οι μαθητές μπήκαν ένας-ένας, βγάζοντας
τα χοντρά πανωφόρια και τα γάντια τους, και πήραν τις θέσεις τους στα θρανία.
Το μάθημα της πρώτης ώρας ήταν Γεωγραφία. Την προηγούμενη Τετάρτη τους είχα
παραδώσει για την Αφρική και σήμερα θα τους εξέταζα.
Σήκωσα πρώτα στον πίνακα την Ελοντί Κουσάρ και άρχισα να της κάνω πολύ εύκολες
ερωτήσεις:
"Πείτε μου, Ελοντί, ποια είναι η πρωτεύουσα της Αιγύπτου;"
"Το Κάιρο, Κύριε Ροσελόν", μου απάντησε Η Ελοντί.
Συνέχισα: "Και ποιο είναι το μεγαλύτερο ποτάμι της Αφρικανικής ηπείρου;"
"Ο Νείλος, Κύριε Ροσελόν", ήταν η άμεση απάντησή της.
"¶ριστα, καθίστε παρακαλώ, Ελοντί".
Εξίσου απλούστατες ερωτήσεις έκανα και στους επόμενους μαθητές που εξέτασα μετά
την Ελοντί, δηλαδή στον Ζορζ, τον Ζαν-Ζακ και την Ιζαμπέλ:
"Ποιές χώρες της Αφρικής ομιλούν την Γαλλικήν διάλεκτο;"
"Η Τυνησία, η Αλγερία και…"
"Αρκεί, καθίστε, άριστα".
"Ποιά η μεγαλύτερη έρημος της Αφρικής;"
"Η Σαχάρα, Κύριε Ροσελόν".
"¶ριστα, καθίστε παρακαλώ"
Αυτή η παρωδία εξέτασης γρήγορα έλαβε τέλος, όταν ζήτησα από τον μισητό Ρεμύ
Μαρσώ να ανέβει στον πίνακα για να τον εξετάσω:
"Λοιπόν, νεαρέ μου, πείτε μου, παρακαλώ, ποιος εχρήσθη πρωθυπουργός της Ροδεσίας εν έτει
1883 και ποιον διεδέχθη στο ύπατο αυτό αξίωμα;"
Παγερή σαν το βοριά που φυσσούσε έξω σιωπή καταπλάκωσε την τάξη. Ο Ρεμύ ακινητοποιήθηκε
στο μέρος όπου στεκόταν, παρόμοιος με στήλη άλατος έξω από τα Σόδομα και τα
Γόμορρα, και έγινε ακόμη πιο κόκκινος απ'ό,τι κανονικά ήταν. Σίγουρα δεν περίμενε
τόσο δύσκολη ερώτηση, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ερωτήσεις που είχα νωρίτερα
κάνει στους συμμαθητές του. Τον κοίταξα αγριεμένα για να τον κάνω να αισθανθεί
σε δυσμενή θέση. Ο Κύριος Ροσελόν είχε θυμώσει που ο μαθητής Ρεμύ δεν ήξερε
την απάντηση.
"Δεν γνωρίζετε, Ρεμύ;" του είπα κεραυνοβολώντας τον με βλέμμα βλοσυρό.
"Κύριε Ροσελόν, εγώ…". Η φωνή του ίσα που ακούστηκε.
"Ρεμύ, ήλθατε αδιάβαστος; Κακώς, πολύ κακώς… Αλλά θα σας κάνω άλλη μία ερώτηση, και,
το καλό που σας θέλω, να μου απαντήσετε αυτή τη φορά". Απολάμβανα κάθε
στιγμή της υπεροχής μου ως διδασκάλου. Μετρώντας μία-μία τις λέξεις, ξεστόμισα
την επόμενη ερώτηση: Πείτε μου, τότε, Ρεμύ, πόσα τετραγωνικά χιλιόμετρα καταλαμβάνει
η έρημος Σαχάρα, για την οποία νωρίτερα μίλησαν οι συμμαθητές σας;"
Νέο κύμα παγετού κάλυψε τον Ρεμύ από την κορυφή ως τα νύχια. Ολοφάνερα, ο δεκάχρονος
μαθητής είχε σαστίσει. Δεν ήξερε πού βρισκόταν, στην τάξη του ή σε ένα προστάδιο
της Κολάσεως;
"Κύριε Ροσ…"
"Ωστε, Ρεμύ, ούτε αυτό το γνωρίζετε; Λυπούμαι βαθύτατα. Φαίνετε ότι δεν μελετάτε αρκετά
στο σπίτι τα μαθήματά σας. Το λοιπόν, θα σας κάνω μία τρίτη ερώτηση, και αυτή
θα είναι η τελευταία σας ευκαιρία". Έψαξα βαθιά σε κάθε συρτάρι του μυαλού
μου και επιστράτευσα όλη μου την απανθρωπιά για να βρω την πιο δύσκολη ερώτηση
που θα μπορούσε να υπάρξει, μία ερώτηση που κανένα βιβλίο δημοτικού δεν θα περιείχε.
"Λοιπόν, Ρεμύ, αφού αποτύχατε στις προηγούμενες ερωτήσεις, μπορείτε τουλάχιστον
να μου απαντήσετε στο εξής", είπα, τονίζοντας ιδιαίτερα τις λέξεις "αποτύχατε"
και "τουλάχιστον": "Ορίστε μου κατά προσέγγιση το μέσο κατά κεφαλήν
εισόδημα των κατοίκων της Νιγηρίας".
Αυτή τη φορά, ο Ρεμύ δεν απάντησε. Ένα χοντρό δάκρυ κύλησε στα μάγουλά του βλέποντάς
με να σηκώνομαι απειλητικά από την καρέκλα μου. Ο δύστυχος, ανάθεμά κι αν ήξερε
καλά-καλά τι σημαίνει "μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα". Δέκα χρονών παιδί
ήταν, πώς θα μπορούσε να γνωρίζει κάτι τόσο δύσκολο; Πάντως, είχα επιτύχει στο
πρώτο στάδιο της τιμωρίας του Ρεμύ, ο οποίος τόσο πρόστυχα εποφθαλμούσε την
Ζακλίν, την Ζακλίν που δεν θα επέτρεπα σε κανέναν να την μολύνει με τη συναναστροφή
του. Είχα βγάλει αδιάβαστο τον Ρεμύ, και τώρα, βασιζόμενος στην απόλυτη εξουσία
μου ως δασκάλου, μπορούσα να τιμωρήσω τον αμελή μαθητή κατά βούλησιν και χωρίς συνέπειες.
"Να μην κουνηθεί κανείς από τη θέση του", φώναξα θυμωμένος και βγήκα
στο προαύλιο. Από τη λέυκα έκοψα μία χοντρή βίτσα, παγωμένη και άκαμπτη από
το κρύο. Ξαναμπήκα στην αίθουσα κραδαίνοντας τη βίτσα. Ο Ρεμύ, υπάκουο παιδί,
δεν είχε μετακινηθεί ούτε πόντο από τη θέση που τον είχα αφήσει. ¶ρχισα να μιλάω
σε τόνο άγριο και συνάμα διδακτικό.
"Ποια η θέση σας στην κοινωνία αν δεν μελετάτε τα μαθήματά σας; Τι προσφέρετε εσείς
στους γονείς σας που σας συντηρούν; Ή μήπως η μόνη σας υποχρέωση στην ηλικία
αυτή δεν είναι να είστε μελετηροί;" Στράφηκα προς τον Ρεμύ, που τώρα πια,
στη θέα της βίτσας, έκλαιγε με αναφιλητά. "Η συνέπεια, Ρεμύ, είναι κάτι
το οποίο ζήτησα από την πρώτη στιγμή που μπήκα στην τάξη αυτή. Και μάλιστα τόνισα
ότι ο μόνος εκπαιδευτικά παραδεδεγμένος τρόπος συνετισμού των αμελών και αδιάφορων
μαθητών θα είναι η υποδειγματική σε κοινή θέα τιμωρία τους, που έμμεσα αποσκοπεί
και στον παραδειγματισμό των άλλων προκειμένου να εκλείψουν απαράδεκτες μορφές
συμπεριφοράς, όπως η δική σας, Ρεμύ".
Ο Ρεμύ, μη έχοντας δύναμη να αντισταθεί, άπλωσε τις παλάμες του προς το μέρος
μου για να δεχτεί τα χτυπήματα της βέργας. Το δολοπλόκο μυαλό μου, όμως, άλλα είχε σχεδιάσει:
"Όχι, Ρεμύ, δεν θα σας χτυπήσω στις παλάμες. Από σήμερα αποφάσισα να αλλάξω τον τρόπο
τιμωρίας των αδιάβαστων μαθητών. Παρακαλώ, βγάλτε το παντελόνι και το εσώρουχό σας".
Αγαπητέ αναγνώστη, θα έπρεπε να ήσουν στην τάξη για να πιστέψεις τις εκφράσεις
στα πρόσωπα των μαθητών, και ιδίως του Ρεμύ, που αρχικά έμεινε αδρανής, μη πιστεύντας
στα όσα άκουγε. Βλέποντας ότι δεν με υπάκουε, σήκωσα τη βίτσα και αγριοφώναξα:
"Τολμάτε, Ρεμύ, να παρακούτε τις εντολές του δασκάλου σας;"
Αυτή τη φορά, ο Ρεμύ υπάκουσε. Μετά από λίγες στιγμές στεκόταν γυμνός, από τη
μέση και κάτω, ενώπιον όλων των σαστισμένων συμμαθητών του (και, φυσικά, ενώπιον της Ζακλίν).
"Και τώρα, λάβετε θέσιν τιμωρήσεως, Ρεμύ", είπα εγώ και έσφιξα την κρύα βέργα
με δύναμη. "Παρακαλώ την τάξη να φωνάζει δυνατά τον αριθμό των χτυπημάτων".
Αμέσως ο Ρεμύ έσκυψε προς τα εμπρός, αφήνοντας ακάλυπτα τα οπίσθιά του. Το πρώτο
χτύπημα έπεσε ταυτόχρονα με τον συρριστικό ήχο της βίτσας που σχίζει τον αέρα
και την κραυγή πόνου του Ρεμύ. Μουδιασμένα, η τάξη φώναξε "Ένα"! Τον
χτύπησα και δεύτερη, και τρίτη, και τέταρτη φορά, κι άλλες πολλές ακόμη. Σε
κάθε χτύπημα, η τάξη φώναζε "Δύο!", "Τρία!", "Τέσσερα"
και εγώ έφερνα στο νου μου τη Ζακλίν και οργιζόμουν περισσότερο για την αναίδεια
του νεαρού αυτού που τόλμησε να υπαινιχθεί ότι δικαιούτο να θεωρηθεί ανταγωνιστής
και αντίζηλός μου. Όταν ήδη η τάξη είχε φθάσει να μετράει έντεκα χτυπήματα,
παρατήρησα ότι ο τόνος της φωνής τους είχε αλλάξει. Από ψυχροί, φοβισμένοι και
σαστισμένοι, οι μαθητές μου είχαν γίνει πολύτιμοι βοηθοί μου. Απολάμβαναν την
τιμωρία του Ρεμύ όσο κι εγώ. "Δώδεκα!", "Δεκατρία!" "Δεκατέσσερα!"
Οι κραυγές τους ήταν τώρα ενθουσιώδεις και θριαμβευτικές. Η τάξη παλλόταν στο
ρυθμό της βέργας μου. Όλοι ζητούσαν, σαν θεατές στο Κολοσσαίο της Ρώμης, την
τιμωρία και το διασυρμό του αδιάβαστου και αμελούς μαθητή. "Δεκαπέντε!"
"Δεκαέξι" Η ευχαρίστησή τους έφτανε στα όρια της μανίας, θα μπορούσα
να πω. "Δεκαεπτά!" Δεκαοκτώ!" Τα τρυφερά οπίσθια του Ρεμύ είχαν
γεμίσει ουλές απ'όπου έσταζε παχύρρευστο, κατακόκκινο, ζεστό αίμα, λερώνοντας
το πάτωμα της αίθουσας. "Δεκαεννιά! "Είκοσι!" Και ο "συνετισμός"
του Ρεμύ έλαβε τέλος ανάμεσα σε μία αποθέωσή μου από τους μαθητές μου. Η Ζακλίν
με κοίταζε στα μάτια και χαμογελούσε ξεχειλισμένη από ενθουσιασμό. Αυτή ήταν
και η μεγαλύτερη ευχαρίστηση που αποκόμισα την επαρχιακή αυτή κωμόπολη, αρκετά
χρόνια πριν.
[Απόσπασμα από τη συλλογή διηγημάτων "Les Anges du trottoir" του Gilbert Rochellon (1897-1954), εκδ. Les Geants de poche, 1983.]