| >διηγήματα |
xpressway
to yr skull
|
χίλια κομμάτια
στέλιος παπαγρηγορίου
Είμαι ο Μάξιμος. Τώρα κάθομαι υπό την σκιά ενός δέντρου και δεν κάνω τίποτα άλλο από το να σκέφτομαι πως βρέθηκα εδώ. Είναι καλά εδώ, κάτω από την παχιά αμυγδαλιά. Έχει ανθήσει και τα σπουργίτια πηγαινοέρχονται σαν τρελά από δίπλα, πάνω και κάτω από το κεφάλι μου. Πολύ θα ήθελα να είμαι ένα από αυτά. Δεν νοιάζονται για κιθάρες, ούτε για γριές και γέρους. Πως θα μπορούσαν άλλωστε. Πιο κάτω από αυτό εδώ το χωράφι υπάρχει εκείνο το μαγαζί που πουλάει μουσικά όργανα. Το μόνο που ήθελα ήταν εκείνη η ασπρόμαυρη ηλεκτρική κιθάρα. Δεν είχα ούτε δεκάρα στην τσέπη. Τι να έκανα; Την ήθελα τόσο πολύ. Στο δρόμο υπάρχει και μία αγροτική τράπεζα. Εκεί πάνε συνήθως οι γέροι και οι γριές να εισπράξουν τα λεφτά της σύνταξης. Σήμερα είναι η πρώτη Δευτέρα του μήνα Μαρτίου. Οπότε καταλαβαίνετε τι έκανα. Καθώς προχωρούσα στο δρόμο αποφασισμένος να πάρω την κιθάρα από το μαγαζί με κάθε τρόπο, συνάντησα εκείνη την ασθενική γριούλα με τα μαύρα ρούχα και το καταζαρωμένο πρόσωπο. Σίγουρα θα είχε και δισέγγονο. Μιλάμε για πολύ γριά, απορώ πως περπατούσε. Μόλις είχε πάει να εισπράξει την μικρή της σύνταξη. Η ιδέα μου ήρθε τόσο γρήγορα. Είμαι υπερήφανος για τον εαυτό μου γιατί ποτέ δεν ήμουν τόσο έξυπνος. Η γριά πέρασε από δίπλα μου τρεκλίζοντας σαν τρύπια σκούνα. Την άρπαξα με τα μεγάλα μου χέρια και την σήκωσα. Την πήγα μέχρι το διπλανό στενάκι, που μόνο γάτες και ψαροκόκαλα συχνάζουν. Την αμόλησα κάτω και την χτύπησα στο κεφάλι με ένα τεράστιο μαδέρι που βρήκα εκεί δίπλα. Η γριά έσκουξε σαν γαλοπούλα και άφησε την τελευταία της πνοή στο βρώμικο τσιμέντο. Αυτοί οι ηλικιωμένοι άνθρωποι δεν έχουν μέσα τους πολύ αίμα, κι όμως συνεχίζουν να ζουν. Τους θαυμάζω. Τέλος πάντων, η γριά πέθανε και εγώ πήρα τα λεφτά της και πήγα καρφί στο μαγαζί με τις κιθάρες. Έβγαλα ένα μάτσο χαρτονομίσματα, τα άπλωσα πάνω στο ταμείο και είπα: «Την αγοράζω». Πήρα στην αγκαλιά μου την κιθάρα μου και βγήκα από κει μέσα. Καθώς πήγαινα με τα πόδια σπίτι μου είδα αυτήν την ωραία επιφάνεια από γυαλί. Ήταν σαν κάποιος να άφησε ένα μεγάλο τζάμι για παράθυρο στην άκρη του δρόμου. Δεν άντεξα, ήμουν και χαρούμενος που πήρα την κιθάρα, οπότε σηκώνω μια μεγάλου μεγέθους πέτρα, γέμιζε τη χούφτα μου, από κάτω και την εκσφενδονίζω πάνω στο γυαλί. Ο ήχος πραγματικά με έκανε τρισευτυχισμένο. Ήχος από σπασμένο. Τι ήθελα και το έκανα! Μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα ένας γέρος, σαν στρατηγός, βγαίνει από το διπλανό σπίτι και αρχίζει να με βρίζει. Ήταν πραγματικά τεράστιος. Αυτός σίγουρα θα είχε περισσότερο αίμα μέσα του απ' ότι η γριά. Είχα μείνει άναυδος και τον κοιτούσα, γύρω μου μόνο σπασμένα τζάμια. Με πιάνει σαν σακί με πατάτες και μου πατάει το κεφάλι με τις παντόφλες του. Έχασα τις αισθήσεις μου. Ξύπνησα εδώ, κάτω από την αμυγδαλιά με ξεραμένο αίμα στο κεφάλι μου και φοβερό πονοκέφαλο. Η κιθάρα μου έγινε χίλια κομμάτια. Αυτός ο γέρος φταίει για όλα. Τον επόμενο μήνα θα του δείξω εγώ. Θα πάρω καινούρια. Η αμυγδαλιά είναι πολύ όμορφη. Θα πάρω μία κιθάρα που να είναι φτιαγμένη από αμυγδαλιά. Τον παλιόγερο!