ΕΝΑ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Δεύτερο μέρος

Στον ιππότη δεν άρεσαν καθόλου τα σχέδια του βασιλιά, αφού ήξερε ότι όποιος πήγαινε γυρεύοντας και τα έβαζε με τους θεούς είχε πάντα πολύ άσχημο τέλος.
Προσπάθησε να μεταπείσει τον βασιλιά αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος και παραλίγο να τον κατηγορήσει για ανυπακοή και να τον φυλακίσει. Ήταν υποχρεωμένος να εκτελέσει τις βασιλικές διαταγές. Άλλωστε είχε δώσει όρκο στον πεθαμένο πατέρα του και έπρεπε να τον τηρήσει.
Την άλλη μέρα, λοιπόν, φόρτωσε τα βαρέλια με το κρασί, πήρε στο άλογό του και τον μικρό παραμυθένιο πρίγκιπα και ξεκίνησε για το βουνό των θεών. Μέχρι να απομακρυνθεί η ακολουθία από το κάστρο και το κοντινό χωριό, ο Θωρ είχε προλάβει να δει με τα μάτια του εκατοντάδες υπηκόους του βασιλιά που υπηρετούσε, να στενάζουν κάτω από τη βάναυση συμπεριφορά των στρατιωτών της φρουράς που είχε ξεχυθεί από νωρίς στο χωριό. Χτυπούσαν γέροντες ζητώντας τους να πληρώσουν φόρους, συλλάμβαναν όποιον πίστευαν ότι λειτουργεί ανατρεπτικά ή συνωμοτικά εναντίον του βασιλιά. Κατέστρεφαν σπίτια, βίαζαν γυναίκες και κορίτσια, άρπαζαν νέους και νέες και τους μετέφεραν στο κάστρο για υποτακτικούς. Ένιωσε να αηδιάζει. Σήκωσε τα μάτια του ψηλά και παρακάλεσε το νεκρό πατέρα του να τον απαλλάξει από τον όρκο που είχε δώσει.
Σε λίγες μέρες έφτασαν στους πρόποδες του βουνού κι εκεί, με βαριά καρδιά, έδωσε διαταγή να ξεφορτώσουν το φορτίο και να το αποθέσουν κάτω από μια συστάδα δέντρων. Έριξε μια τελευταία ματιά στο μικρό αγόρι που εντωμεταξύ είχαν δέσει οι φρουροί κάτω από μια βελανιδιά και σκεπτικός ξεκίνησε πρώτος για το δρόμο της επιστροφής.
Δεν είχαν περάσει ούτε δυο μέρες όταν τους πρόλαβε ένας καβαλάρης που κάλπαζε σαν αλαφιασμένος προς την ίδια κατεύθυνση μ' αυτούς. Ο Θωρ τον σταμάτησε και διέκρινε αμέσως τον πανικό που τον είχε καταλάβει.
Ο αλλοπαρμένος άγνωστος διηγήθηκε στον ιππότη ότι οι θεοί είχαν τρελαθεί πίνοντας το παρασκεύασμα που τους έστειλε ο βασιλιάς και είχαν προλάβει να τον καταραστούν μαζί με όλο του το βασίλειο. Η κατάρα έλεγε να μη στεριώνει κανείς σ' αυτόν τον τόπο, να καίνε παντού φωτιές και να μη βρίσκει κανένας ησυχία. Και θα λυνόταν μόνο αν κατάφερνε κάποιος να σκοτώσει τον βασιλιά και να υποχρεώσει τον μάγο να παρασκευάσει ένα αντίδοτο για τους θεούς. Επίσης, για να ημερέψει την οργή τους, έπρεπε να συλλάβει τον πραγματικό γιο του βασιλιά και να τους τον φέρει στον βουνό που κατοικούσαν.

...Νύχτωνε όταν έφτασε στο κάστρο ο Θωρ με την ακολουθία του. Αυτό που έβλεπαν τα μάτια του ήταν πάνω από κάθε περιγραφή. Παντού φωτιές και αίματα. Άνθρωποι έτρεχαν αλαφιασμένοι από 'δω κι από 'κει. Άλλοι χτυπιόνταν μεταξύ τους με μανία κι άλλοι έβριζαν ή μονολογούσαν. Μια οχλαγωγία απλωνόταν παντού. Φρουροί ανακατεμένοι με τα πλήθη, πράγματα σωριασμένα στους δρόμους δίπλα σε σώματα ανθρώπων που βογκούσαν.
Έτρεξε γρήγορα στο κάστρο και δρασκέλισε τα σκαλοπάτια φτάνοντας στη βασιλική αίθουσα. Μια επιδημία είχε ξεσπάσει στο παλάτι και όλοι ήταν κατακίτρινοι και διπλωμένοι στα δύο. Έψαξε για τον βασιλιά.
Καθόταν ατάραχος στο θρόνο του, περιστοιχισμένος από αρκετούς φρουρούς, οι οποίοι, παραδόξως, έδειχναν καλά στην υγεία τους. Το ίδιο και ο βασιλιάς. Έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε στα μπουντρούμια του παλατιού, όπου στεγάζονταν οι φυλακές του κάστρου και φτάνοντας εκεί μαρμάρωσε από την έκπληξη. Όλα τα κελιά ήταν τόσο γεμάτα ώστε οι κρατούμενοι δε μπορούσαν να κουνήσουν ούτε το κεφάλι τους.
Γύρισε πίσω στην αίθουσα του θρόνου. Ρώτησε τον βασιλιά Κέρλυ, κάνοντας μια υπόκλιση, να του εξηγήσει τι συμβαίνει στο βασίλειο.
Εκείνος, ανέκφραστος, τον πληροφόρησε ότι κήρυξε το βασίλειο σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και έδωσε διαταγή να συλλαμβάνονται και να φυλακίζονται όλοι όσοι συνωμοτούσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Όσοι διάβαζαν ή έγραφαν περίεργα αναγνώσματα κι όσοι συζητούσαν κατά του βασιλιά.
Στις παρατηρήσεις του Θωρ ότι κοντεύει να φυλακίσει όλους τους υπηκόους του, ο βασιλιάς αγρίεψε και τον ρώτησε αν θα παραμείνει
με το μέρος του ή αν θα χρειαστεί να φυλακίσει κι εκείνον.
Το μυαλό του ιππότη στριφογύριζε, προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο και να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Έπρεπε να αναλάβει κάποια πρωτοβουλία και μάλιστα γρήγορα. Να οργανώσει ένα μηχανισμό αντίστασης. Χρειαζόταν άμεσα συντρόφους. Δε μπορούσε να τα βάλει μόνος του με όλη τη φρουρά. Αλλά πού να τους έβρισκε; Γονάτισε και υποκλίθηκε στο βασιλιά, διατρανώνοντας την υπακοή και την πίστη του στο στέμμα. Ο βασιλιάς χαμογέλασε ικανοποιημένος και έσπευσε να του αναθέσει καθήκοντα. Του ζήτησε να οργανώσει ένα απόσπασμα και να βγει έξω από το κάστρο συλλαμβάνοντας όποιον έβλεπε μπροστά του και του φαινόταν ύποπτος.
Ο Θωρ απομακρύνθηκε, αλλά, αντί να ακολουθήσει τις διαταγές του βασιλιά, άρχισε να ψάχνει σαν τρελός σε όλο το κάστρο. Έπρεπε να βρει τον μάγο. Ναι, αυτή θα ήταν η πρώτη του κίνηση. Δεν άργησε να τον ξετρυπώσει μέσα από μια κάμαρα όπου κρυβόταν φοβισμένος, τρέμοντας σχεδόν την εκδίκηση των θεών και κυρίως την επιδημία που είχε ξεσπάσει, αποφεύγοντας να έρθει σε επαφή με τους ανθρώπους του παλατιού. Εξομολογήθηκε στον Θωρ ότι φοβόταν και την οργή του βασιλιά, ο οποίος του είχε ζητήσει να κάνει κάτι για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση. Αλλά, δεν ήταν θεός, όπως είπε, μάγος ήταν.
                            
Για να διαβάσεις τη συνέχεια στην επόμενη σελίδα πάτησε εδώ:
15 Ιανουαρίου 2001
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
3
Ο ΟΝΕΙΡΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΥΠΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ
1