ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Τρίτο μέρος

Κι ήταν τότε, μια ξάστερη βραδιά του Ιούνη που ανεβασμένος στον κρατήρα ξεμπέρδευα αποκοιμισμένους γλάρους από τα φύλλα της φασολιάς που πήγαινε στα σύννεφα, όταν, κάτι περίεργο άρχισε να συμβαίνει. Στην αρχή κατάλαβα να απλώνεται μια παράξενη μουσική. Μήπως δεν ήταν μουσική κι ήταν ο ήχος από φτερά που τρίβονταν μεταξύ τους; Έκανα να δω προς τον ουρανό αλλά πέρα από το φεγγάρι που μου χάρισε το πιο όμορφο χαμόγελό του, δεν διέκρινα τίποτα. Κοίταξα κάτω, προς το "πουθενά"-θάλασσα κατά την ταπεινή μου γνώμη και σε προτρέπω να αλλάξεις άποψη πάνω σ' αυτό-και τότε το είδα!
Ήταν ένα κάτασπρο καράβι που άστραφτε κάτω από το φως του φεγγαριού. Δεν ήταν μεγάλο σε μέγεθος αλλά ξεχώριζε μέσα στο μπλε και το χρυσό που σκάρωναν η σκούρα θάλασσα και το φεγγάρι πάνω στα νυχτερινά κύματα. Η μουσική ερχόταν από το μέρος του και σιγά-σιγά γινόταν όλο και πιο δυνατή. Είχα δίκιο. Δεν υπήρχε συγκεκριμένη μελωδία, όπως αυτές που ξεχύνονται από τα τραγούδια. Όποιος την άκουγε δεν θα την ξεχώριζε για την αρμονία της. Πιο πολύ ήχος έμοιαζε. Αλλιώτικος ήχος όμως. Σα να μου διαπερνούσε το δέρμα, κυρίευε τις αισθήσεις, κατάκλυζε το είναι και με παρέσυρε σε ονειρικές διαδρομές. Ένα γλυκό μούδιασμα απλωνόταν σε όλο μου το κορμί.
Κατέβηκα γρήγορα και με μεγάλες δρασκελιές την πλαγιά, διέτρεξα την απόσταση μέχρι την αμμουδιά, μπήκα στο νερό κι άρχισα να περπατάω προς το μέρος του. Παράξενο! Ή κανένας δεν με πρόσεξε ή κανένας δεν φοβήθηκε! Λίγες στιγμές αργότερα μου λύθηκε κι αυτή η απορία. Κανένας δεν υπήρχε!
Είχα φτάσει δίπλα του, το άγγιζα και δεν είχα χρειαστεί να κολυμπήσω. Πήγα περπατώντας ως εκεί. Όρθιος, με το νερό μέχρι τη μέση μου, είχα ακουμπήσει τα χέρια μου πάνω στην κουπαστή του λευκού πλεούμενου και με απαλές κινήσεις το στριφογύριζα γύρω-γύρω σα μικρή χάρτινη βαρκούλα. Μετά, έπιασα να το κουνάω πάνω κάτω και κατάλαβα να αναδεύονται τα νερά και να ξεχύνεται προς την ακτή ένα συρτό, παιχνιδιάρικο κυματάκι. Καμιά απόκριση από το εσωτερικό του καραβιού. Καμιά ενοχλημένη φωνή. Ούτε μια διαμαρτυρία. Μόνο εκείνος ο παράξενος ήχος. Έκανα ένα γύρω προσπαθώντας να διακρίνω στο εσωτερικό του κάποια κίνηση.
Πρόσεξα τότε ότι από την πλευρά της πλώρης είχε ρίξει άγκυρα, πράγμα που σήμαινε πως, δε μπορεί, κάποιοι πρέπει να βρίσκονταν μέσα. Απέκλεια την πιθανότητα να είχαν προλάβει να βγουν με κάποια βάρκα στο νησί γιατί θα τους είχα συναντήσει. Και πάνω που σκεφτόμουν τις δυσάρεστες συνέπειες που υφίστανται τα υπερμεγέθη όντα, τότε ακριβώς μίκρυνα!
Με κόπο πρόλαβα να αρπαχτώ από την αλυσίδα της άγκυρας και να αναρριχηθώ στο κατάστρωμα του πλοίου.
Περπάτησα αρκετά μέχρι να φτάσω στο εσωτερικό του. Υπήρχαν παντού πόρτες που φάνταζαν πολύ μεγάλες για να μπορέσω να τις ανοίξω έτσι όπως είχα μικρύνει. Ακολούθησα τον ήχο που με είχε συνεπάρει και βρέθηκα έξω από μια αίθουσα με μεγάλους καναπέδες και τραπεζάκια βιδωμένα στο ξύλινο πάτωμα. Πάνω σε ένα απ' αυτά βρισκόταν ένα γυάλινο τετράγωνο κουτί. Απίστευτο! Μέσα σ' αυτό υπήρχε μια μικρογραφία ενός δωματίου με όλα τα απαραίτητα έπιπλα. Ήταν ένα μικροσκοπικό καθιστικό με δυο πολυθρόνες, ένα διθέσιο καναπέ και μια βιβλιοθήκη. Στο πάτωμα ήταν στρωμένο ένα πλούσιο περσικό χαλί και... βλέπω καλά; Πάνω ήταν ξαπλωμένη μια λιλιπούτεια πανέμορφη κοπέλα με μαύρα μακριά μαλλιά και στα χέρια της κρατούσε ένα πολύ περίεργο όργανο που δεν είχα ξαναδεί όμοιό του. Με χαριτωμένες κινήσεις τέντωνε μια σειρά από συρμάτινες χορδές κι αυτές έβγαζαν τον ήχο που σκέπαζε όλη τη γύρω περιοχή.
Περιεργάστηκα για κάμποση ώρα την κρυστάλλινη κατασκευή ψάχνοντας για κάποιο άνοιγμα, μια πόρτα ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Δεν υπήρχε τίποτα. Να με είχε δει άραγε; Πάντως δεν έκανε καμιά άλλη κίνηση εκτός από το άρπισμα των χορδών του οργάνου που κρατούσε στα χέρια της. Αποφάσισα να πλησιάσω περισσότερο. Βέβαια το τραπεζάκι ήταν ένα αρκετά μεγάλο εμπόδιο αλλά ευτυχώς διέθετε αρκετά σκαλίσματα και εγκοπές ώστε να μπορέσω να σκαρφαλώσω στην κορυφή του. Αγκομαχώντας έφτασα στη μαρμάρινη επιφάνεια και πλησίασα το πρόσωπό μου στο τζάμι. Θεέ μου, ήταν πανέμορφη από κοντά. Κοιταχτήκαμε στα μάτια και μου χάρισε ένα τόσο γλυκό χαμόγελο που άθελά μου έκανα ένα βήμα πίσω από την έκσταση που ένιωσα. Βάλθηκα να τις φωνάζω και να χειρονομώ προσπαθώντας να της εξηγήσω ότι θέλω να τη δω από κοντά. Της ζητούσα να μου υποδείξει κάποιο άνοιγμα της γυάλινης φυλακής της, αλλά δεν έδειχνε να με καταλαβαίνει. Τότε άκουσα ένα θόρυβο πίσω από την πλάτη μου και χωρίς να προλάβω να καταλάβω τι συνέβαινε όλα σκοτείνιασαν γύρω μου...

...Όταν άνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν κλεισμένος μέσα σε ένα παρόμοιο γυάλινο κουτί, με εκείνο στο οποίο είχα αντικρίσει την υπέροχη ύπαρξη με τα πανέμορφα μάτια και το αξιολάτρευτο χαμόγελο. Είχα πέσει στην παγίδα. Μέσα από τα διάφανα τοιχώματα έβλεπα να κινούνται στον εσωτερικό χώρο του πλοίου διάφοροι άνθρωποι κανονικού μεγέθους, τρομακτικοί στην όψη, άλλοι με μεγάλες γενειάδες και μακριά αχτένιστα μαλλιά, άλλοι με ξύλινα πόδια και χέρια με γάντζους στις άκρες των κομμένων μελών τους και μερικοί τόσο απαίσιοι που νόμιζα ότι έχουν βγει από τον φρικτότερο εφιάλτη μου. Άρχισα να χτυπάω τα τζάμια αλλά το πάχος τους ήταν τέτοιο που δεν επέτρεπε πολύ αισιόδοξες σκέψεις. Ένας πελώριος αγριάνθρωπος με μακριά γένια και μαλλιά και μια κοιλιά σαν βαρέλι του κρασιού, πλησίασε στο τραπέζι και σήκωσε το γυάλινο κλουβί που βρισκόμουν κλεισμένος, στα χέρια του. Ένιωσα τον κόσμο να χάνεται. Όπως περπατούσε εκσφενδονιζόμουν από τη μια πλευρά του κουτιού στην άλλη και μετά παρέπαια προσπαθώντας να κρατήσω την ισορροπία μου. Βγήκε στο κατάστρωμα του καραβιού και με τοποθέτησε, μαζί με το κρυστάλλινο καβούκι μου, πάνω σε ένα ξύλινο πάγκο. Από τις κουβέντες που άκουγα κατάλαβα πως ήταν ένα πειρατικό καμουφλαρισμένο σε κρουαζιερόπλοιο και το ασκέρι του
επιδιδόταν σε λεηλασίες και σε παράνομο εμπόριο κάθε μορφής ζωντανής ύπαρξης, ποιος ξέρει σε ποιους βάρβαρους και απολίτιστους αγροίκους και σε ποια γωνιά του πλανήτη.
                                         
Για να διαβάσεις τη συνέχεια στην επόμενη σελίδα πάτησε εδώ:
23 Μαρτίου 2001
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
4
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
2