>διηγήματα
xpressway to yr skull
προηγούμενο
επόμενο

η πτώση του εωσφόρου

μιχάλης τάδε

δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό happy few

 

Παρακολουθούμε την χαμογελαστή πτώση του Εωσφόρου. Κατακρημνίζεται απ' τα βάθη του ουρανού με ταχύτητα τριακοσίων χιλιάδων χιλιομέτρων ανά δευτερόλεπτο τιμωρημένος για την αγάπη Του. Το έναστρο κενό παραμερίζει, για να περάσει ο φλεγόμενος δύτης, το σκοτάδι τσουρουφλίζεται απ' τις σπίθες της σπειροειδούς καθόδου Του. Ελεύθερη πτώση χωρίς αλεξίπτωτο και χωρίς μετάνοια. Αν σου έχουν κόψει τα φτερά, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να καβαλήσεις την βαρύτητα μέχρι το κέντρο του κόσμου. Αφήνει πίσω Του ένα ματωμένο ίχνος, μια λεπτή κόκκινη κλωστή, για να υφάνει η νύχτα το νυφικό της. Έχει περάσει το σημείο χωρίς επιστροφή και το μέλλον είναι μια συμπαγής γκρίζα μάζα φθίνουσας ασάφειας. Ένα έμβρυο εκκολάπτεται μέσα σε κάποια κοιλιά. Τόσο δα μικρό, καλωδιωμένο και αιώνιο. Ένα έμβρυο επιθεωρεί την αυτοκρατορία του ανυποψίαστο, σαν Κέννεντυ που χαιρετάει τα πλήθη. Ένα έμβρυο συσσωρεύει φορτία ικανοποίησης, σαν πρεζάκιας που επιτέλους έγινε δεκτός στην μωβ κλινική (και τώρα χαζεύει το ταβάνι με έναν ορρό ηρωίνης να φροντίζει για όλα). Κυματάκια ζεστασιάς.
Ο Εωσφόρος χαμογελάει. Όχι όπως χαμογελάει ο δήμαρχος στα εγκαίνια ενός χριστουγεννιάτικου εσταυρωμένου που βογκάει ευχές και αιμορραγεί σαμπάνια. Όχι όπως χαμογελάει ο ολυμπιονίκης, όταν του απονέμουν το χρυσό μετάλλιο (ανυπόμονος να βρεθεί στην στοργική φωλιά του σπιτιού του, για να το εισάγει παρά φύσιν στον εντερικό σωλήνα του αξιοποιώντας την δουλοπρέπειά του ως λιπαντική ουσία). Όχι βέβαια. Σε καμία περίπτωση. Χαμογελάει όπως ο κύριος που τρώει σοκολατάκια στην δεξίωση του πρέσβη ζωσμένος με κάποια κιλά πλαστικών εκρηκτικών, όπως ο Πάσσαρης στο κρατητήριο και ο Προμηθέας στο γεύμα του αετού του, όπως ο αεροπειρατής λίγο πριν ασκήσει την κριτική του στην κάθετη δόμηση ή ο Ισμαηλίτης λίγο πριν επιστρέψει στον κήπο των ηδονών. Και ακόμα, όπως ο μελλοθάνατος που του αρνήθηκαν να δει για τελευταία φορά την αυγή (μα θα ξημερώσει κατά πάνω τους με ηλιαχτίδες από μολύβι) ή όπως το παιδί που το έδειραν και το έστειλαν νωρίς για ύπνο (το ίδιο πράγμα δεν είναι;). Ο Εωσφόρος χαμογελάει με δόντια λύκου και χείλη τρυφερής ερωμένης. Κάτι ξέρει ο μπαγάσας και δεν μας το λέει.
Κατρακυλάμε στα σκαλοπάτια του χρόνου με έναν σκληρό και σχεδόν κωμικό τρόπο. Μας κλωτσάνε απ' την πόρτα του υπογείου εύθραυστους και γεμάτους περιέργεια. Κάθε καρούμπαλο και μώλωπας που αποκτάμε από κάθε νέο σκαλί, με το οποίο έρχεται σε βίαιη επαφή το κεφάλι μας κατά την διάρκεια της επεισοδιακής καθόδου μας, αφήνει ανεξίτηλα σημάδια στην εξελισσόμενη ψυχή μας και στην συνεχώς εμπλουτιζόμενη μνήμη μας. Περνάμε απ' την μύηση του πόνου στην επινόηση νέων στάσεων, ώστε να απαλύνεται το σοκ της περιοδικής σύγκρουσης, και ανακαλύπτουμε μια χαρούμενη ανακούφιση στην μέθη που μας προκαλεί η χορευτική κουτρουβάλα. Και η πτώση συνεχίζεται...
Ο Εωσφόρος καίγεται. Νύχια από ανοξείδωτο ατσάλι ψαχουλεύουν τα σωθικά Του. Κούκλες βιτρίνας σε προχωρημένο στάδιο αποσύνθεσης ελέγχουν το βάρος των όρχεών Του με χέρια από σάπιο πλαστικό. Γυάλινες πεταλούδες συνωστίζονται στο στομάχι Του και φτερουγίζουν. Ο Εωσφόρος ξερνάει πολύχρωμα θρύψαλα και αίμα. Μα δεν μετανιώνει για τίποτα. Πέφτει σαν την Αλίκη, φλεγόμενος σαν τον Ίκαρο, χαμογελαστός σαν τον Άλεξ. Ίσως κάποιο παιδί να Τον δει και να κάνει μια ευχή. Χαμαιλέοντες έρπουν στην πλάτη Του και εκρήγνυνται ανίκανοι να αντέξουν το χρώμα της ψυχής Του. Παπαγάλοι πεθαίνουν από γλωσσοδετικό πνιγμό σε μια απόπειρα απόδοσης των κραυγών Του. Το έδαφος πλησιάζει και είναι γκρίζο και χωρισμένο σε τετράγωνα.
Ένα έμβρυο αναπαύεται μέσα στην παντοδυναμία του, πανάγαθο και πάνσοφο, ένας θεός που αγνοεί την επικείμενη πτώση του. Σύντομα το σύμπαν του θα θρυμματιστεί και το μωρό θα παρασυρθεί αβοήθητο, για να βρεθεί γυμνό εκεί όπου τα σώματα κρυώνουν, εκεί όπου οι συνειδήσεις βομβαρδίζονται με εκπλήξεις, εκεί όπου το παρόν απολιθώνεται ακατάπαυστα σε παρελθόν, σε εκείνο το αφιλόξενο μέρος όπου το φως μαχαιρώνει με μανία τα μάτια και οι επιθυμίες αναζητούν την πραγμάτωσή τους, σε εκείνο το μαγικό κήπο όπου τα χείλη ενώνονται σε γλυκά ολοκαυτώματα και οι εκλεκτοί ιχνηλατούν ευφορικά μονοπάτια. Κάτι ραγίζει.
Ο Γωγ και η Μαγώγ παίζουν στο λιβάδι. Ο Γωγ μόλις έκλεισε τα έξι, η Μαγώγ είναι δεκατεσσάρων. Τρέχουν ανάμεσα στους θάμνους, μυρίζουν τα νυχτολούλουδα, τα πόδια τους γδέρνονται απ' τα αγκάθια, τα ρούχα τους λεκιάζονται απ' το χώμα. Μαζεύουν βότανα και σακάκια τζιτζικιών, κυνηγούν τους σκαντζόχοιρους και τρομάζουν με τις δηλώσεις της κουκουβάγιας. Τα δύο παιδιά, λαχανιασμένα και αναμαλλιασμένα, ξαπλώνουν στην γη και κοιτάζουν τον ουρανό. Ένα πεφταστέρι τα χαιρετάει. Κοιτάζονται με νόημα και κάνουν μια ευχή.
Και κάποια στιγμή η μνήμη μας αρχίζει να εξασθενεί και το δέρμα μας να ζαρώνει, σημάδι ότι πλησιάζουμε στο τέρμα της σκάλας. Και μια μέρα προσγειωνόμαστε στο πάτωμα του υπογείου, σε ένα παιδικό δωμάτιο γεμάτο με τεράστια αραχνιασμένα παιχνίδια αραδιασμένα εδώ και εκεί.
Τελευταίες στιγμές πριν την πρόσκρουση: Ο καλεσμένος του πρέσβη αφήνει το μυαλό του να επισκεφτεί για τελευταία φορά την ανάμνηση των ματιών της και αμέσως μετά πυροδοτεί το κοστούμι του. Ο μελλοθάνατος κοιτάζει το εκτελεστικό απόσπασμα με περιφρόνηση, καθώς ανατέλλει η πανσέληνος. Νιώθει αιχμηρά δόντια να φυτρώνουν, άγριες τρίχες να ξεπετάγονται, νύχια να διψούν για καρωτίδες. Τώρα ο Εωσφόρος διακρίνει ξεκάθαρα τα ανθρωπάκια που κουβαλούν με αξιοσημείωτο αυτοματισμό τους ρόλους τους σε γκρίζες ευθείες και γκρίζες στροφές ενενήντα μοιρών. Κλείνει τα μάτια και φωνάζει το όνομα ενός Ινδιάνου.
Ένα έμβρυο ταμπουρώνεται σε μια γιάφκα που μόλις καρφώθηκε. Το γλέντι ξεκινάει!
Ο Εωσφόρος αγγίζει το έδαφος και η Πόλη γαμιέται συθέμελα μέσα σε ένα απέραντο πυρηνικό amanita muscaria.
Χρειάζεται να επαναλάβω ότι δεν υπάρχει ηθικό δίδαγμα;

(Καλοκαίρι 2000-Φεβρουάριος 2004)