>διηγήματα
xpressway to yr skull
προηγούμενο
επόμενο

παραλλαγές σε μια απόδραση

μιχάλης τάδε

 

Ήταν έτοιμος να φύγει. Δεν αναρωτήθηκε ούτε για μια στιγμή αν θα έπρεπε να πάρει μαζί του ομπρέλα. Η ερώτηση δεν είχε νόημα. Ο καιρός θα ήταν ίδιος με χθες, ίδιος με προχθές, ίδιος με όλες τις γαμημένες μέρες που χάνονταν στο απύθμενο παρελθόν: κρύο και σκοτάδι, ούτε ένα γαλάζιο χάδι, ούτε μια σταγόνα βροχής. Ο Αδόλφος Μαρξ κλείδωσε καλά την πόρτα και κατέβηκε τα σκαλοπάτια.
Βγήκε στον δρόμο. Άνυδροι άνθρωποι αγνοούσαν ο ένας τον άλλο γεμάτοι βιασύνη για ασήμαντες υποθέσεις. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στον ουρανό, έτσι, για τους τύπους. Ήταν κατάμαυρος όπως πάντα. Ο ήλιος έλαμπε, όπως πάντα και αυτός. Μα το αγωνιώδες ξόδεμά του δεν κατάφερνε να μειώσει την πηχτή μαυρίλα του ουρανίου θόλου, στον οποίο είχε την ατυχία να τοποθετηθεί. Έμοιαζε με δημοτική λάμπα σε αφέγγαρη νύχτα, καθώς η έκλειψη του ουρανού συνεχιζόταν.
Ένα χελιδόνι πέταξε ανέμελα πάνω απ' το κεφάλι του. Σήμερα θα το κάνω, σκέφτηκε. Είχε μαζέψει τα χρήματα. Μήπως τα ξέχασα σπίτι; Έψαξε αγχωμένος στις τσέπες του και τα βρήκε κρυμμένα στην αριστερή. Σήμερα λοιπόν! Ήταν κάτι που επιθυμούσε από καιρό. Η ιδέα του είχε καρφωθεί όταν τον είχε δει για πρώτη φορά, να κοιτάζει όλη την ανθρωπότητα αφ' υψηλού πίσω απ' τα κάγκελα της φυλακής του.
Έστριβε στην οδό Πατριδογνωσίας, όταν ξεκίνησε να τον γαργαλάει η σκέψη ότι είχε αφήσει ξεκλείδωτο το διαμέρισμα. Προσπάθησε να την αγνοήσει αλλά εκείνη επέμενε. Και αν μπουν μέσα οι μπάτσοι και τα κάνουν όλα άνω-κάτω, για να βρουν ένας θεός γνωρίζει τι; Ποτέ δεν ξέρεις τι είδους τρελές υποθέσεις και συνεκτικές ψευδοπραγματικότητες μπορούν να γεννηθούν στο συνωμοσιολογικό μυαλό του μπάτσου. Αυτοί πάσχουν από αντίστροφη μανία καταδίωξης, μανία ενοχοποίησης ας πούμε. Και αν δεν μπουν οι μπάτσοι, σίγουρα θα μπει η κυρία Θάτσερ, η μαλακισμένη κουτσομπόλα θυρωρός. Πρέπει να γυρίσω πίσω!
Ο Αδόλφος Μαρξ δεν είχε άλλες αμφιβολίες. Έστριψε επιτόπου και επέστρεψε στο διαμέρισμα. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια, έβαλε το κλειδί στην πόρτα και γκρεμίστηκε ανακουφισμένος από κάτι αιχμηρά σύννεφα. Η πόρτα ήταν διπλοκλειδωμένη. Εντάξει, λίγη προσοχή δεν βλάπτει στους καιρούς που ζούμε.
Ξαναβγήκε στον δρόμο. Ο ουρανός παρέμενε μαύρος, γεγονός που θα τον εξέπληττε, αν γνώριζε πόσο σαθρά είναι τα θεμέλια της επαγωγικής μεθόδου.
Μόλις το κατάστημα ζώων εισήλθε στο οπτικό πεδίο του, ένιωσε μια περίεργη ανατριχίλα, ένα μούδιασμα στο στήθος και πίσω απ' τα αυτιά μαζί με συσσώρευση αίματος στο πέος του, σαν να πήγαινε στο πρώτο του ραντεβού ή μάλλον στο τελευταίο του. Το μεγάλο κλουβί με τον αετό δέσποζε στην βιτρίνα του μαγαζιού. Πώς μπόρεσαν να φυλακίσουν έναν αετό; αναρωτήθηκε. Μα ακόμα και κλεισμένος σε κελί, ο φτερωτός λύκος διατηρούσε την αρχοντιά και την ανωτερότητά του, σαν αιχμάλωτος ινδιάνος. Θα πρέπει να είναι βαρύ το κλουβί, σκέφτηκε ο Αδόλφος, θα μου φύγει η μέση να το μεταφέρω. Αλλά τι να κάνουμε, κάποια πράγματα πρέπει να γίνουν.
Άνοιξε την πόρτα και αμέσως κουδούνισε ένα καμπανάκι. Ο καταστηματάρχης έσπευσε να τον εξυπηρετήσει. «Τι θα θέλατε;» τον ρώτησε. «Αυτό εδώ!» απάντησε χωρίς περιστροφές ο Μαρξ. Η τιμή ήταν 58 Γκλομπάλ. Του φάνηκε πολύ χαμηλή για ένα τέτοιο πουλί, μα δεν είπε κουβέντα. Πήρε το κλουβί και βγήκε έξω.
Το κλουβί ήταν δυσανάλογα ελαφρύ σε σχέση με το μέγεθος του αετού που περιόριζε μέσα του. Καλύτερα, σκέφτηκε. Είμαι πολύ γέρος για χαμαλίκια.
Περπάτησε απ' το μαγαζί μέχρι το κλουβί του τρέμοντας από έξαψη. Ο αετός ήταν σιωπηλός καθ' όλη την διαδρομή και κοίταζε περιφρονητικά το νέο αφεντικό του. Λίγο πριν ο Αδόλφος πατήσει το πόδι του στην είσοδο της πολυκατοικίας, του καρφώθηκε η σκέψη πώς είχε ξεχάσει να πάρει τα ρέστα. Βρήκε τα 2 Γκλομπάλ στην δεξιά τσέπη και χαλάρωσε. Δηλαδή δεν χαλάρωσε ακριβώς, μάλλον επανήλθε στην ρουτίνα της εφηβικής αγωνίας. Έριξε μια τελευταία ματιά στον ουρανό (ο ήλιος έλαμπε για τους νεκρούς) και μπήκε στο κτίριο.
Ανέβηκε τα σκαλοπάτια, διπλοξεκλείδωσε την πόρτα, μπήκε στο διαμέρισμα, ξαναδιπλοκλείδωσε. Ήταν ασφαλής στο καταφύγιό του. Άνοιξε το παράθυρο. Το χτυποκάρδι εντάθηκε. Σήκωσε το κλουβί και άνοιξε το πορτάκι του. «Φύγε! Είσαι ελεύθερος!» είπε στον αετό. Αυτός βγήκε απ' το κλουβί και χίμηξε έξω απ' το παράθυρο. Έκανε δύο κύκλους στον αέρα μπροστά στον Μαρξ και κάγχασε χλευαστικά, πριν απομακρυνθεί.
Ο Αδόλφος Μαρξ στεκόταν και κοιτούσε τον αετό που πετούσε μακριά στον μαύρο ουρανό. Ένιωθε συγκινημένος. Και, καθώς τον κοιτούσε, ο αετός άρχισε να αλλάζει σχήμα, να μικραίνει, να χλομιάζει, να αποδυναμώνεται σαν μπαλόνι που τρύπησε και χάνει την αρχοντιά του στην ατμόσφαιρα, ώσπου μεταμορφώθηκε σε ένα άψογο καναρίνι. «Τι περίεργο!» μουρμούρισε ο Αδόλφος, ενώ το καναρίνι χανόταν στο βάθος του ουρανού.
Εκείνη την στιγμή ο ήλιος έσβησε και τα πάντα βυθίστηκαν στο σκοτάδι.

(Φθινόπωρο 2002- Μάρτιος 2004)