| >διηγήματα |
xpressway to yr skull
|
κείμενα
του στέλιου παπαγρηγορίου
ο βάρδος
Ήταν κάποτε ένας βάρδος που είχε για στόμα ένα τεράστιο υπόνομο
που έτρεχε όλα τα κρίματα του κόσμου και της γης. Είχε για μάτια την απεραντοσύνη
του ορίζοντα και της ερήμου. Για σώμα ένα πράσινο κάκτο, απότιστο για χρόνια,
γεμάτο πληγές και αγκάθια.
Όταν μουρμούριζε τις μουσικές του, τα πουλιά ξέραν την αλήθεια για το κρύο του
χειμώνα και κρυβόντουσαν στις πιο ζεστές χώρες. Όλα τα πλάσματα του βουνού και
του δάσους ούρλιαζαν, κρατώντας το ρυθμό της ξεκούρδιστης κιθάρας του κάτω από
το άσπρο και κρύο φεγγάρι της νύχτας.
Μια μέρα ο βάρδος πέταξε τη κιθάρα του, που ήταν φτιαγμένη από τεντωμένα τομάρια
λύκων, και κοίταγε για ώρες το είδωλο του στο μεγάλο ποταμό, μέχρι που πλησίασε
τόσο πολύ το παγωμένο τρεχούμενο νερό που πνίγηκε. Πνίγηκε ευτηχισμένος μέσα
στον ίδιο του τον κρύο εαυτό, μέσα στο είδωλο του, χωρίς ούτε ένα δάκρυ να κυλίσει
από κανένα από όσους τον γνώρισαν ποτέ.
ο νάνος
Ένας κουτσοδόντης νάνος, πολύ ηλικιωμένος και χαρακωμένος από
τους ανέμους των αιώνων που πέρασαν από πάνω του, κάθεται κάτω από ένα δέντρο
γεμάτο μήλα, ένα δέντρο πράσινο και κόκκινο μα ηλικιωμένο σαν αυτόν.
Ο νάνος περιμένει το θάνατο να του ψιθυρίσει στο μικρό τριχωτό του αυτί το σκοπό
που θα τον κάνει να αιωρηθεί πάνω από το ποτάμι που χωρίζει τα ζωντανά από τα
νεκρά πλάσματα.
Ο γερο-νάνος συλλογίζεται και ξύνει τις πληγές του, δεν είναι σίγουρος ότι ήρθε
πραγματικά η ώρα του να πεθάνει, ηκαρδιά του του λέει να γευτεί λίγο ακόμη τα
φρούτα της ζωής. Μα κάτι γαργαλάει την σπονδυλική του στήλη, σαν να του λέει
μια φωνή από το νευρικό του σύστημα:"Δεν αντέχω άλλο πια", χαχανίζοντας σιγανά
και λυπημένα.
Χίλιες πεντακόσιες μάχες, έδωσε και πήρε αίμα ο γερο-νάνος, μα να που τώρα εκεί,
κάτω από την κόκκινη μηλιά, δεν αναγνωρίζει την όψη του τέλους του και να η
απόδειξη από το ίδιο του το στόμα: "Τόσοι και τόσοι χάθηκαν από τα χέρια
μου και άλλοι τόσοι το αίμα μου ρίξανε να ποτιστεί το χώμα, μα τι θα βγει που
σήμερα τη γεύση του θανάτου μου δεν την γνωρίζω ακόμα".
Η δροσερή ζωή ακόμα ξαφνιάζει το γερο-νάνο και δεν καταμετρά, σαν καμιά γριά
γεροντοκόρη, τα στιβαγμένα του χρόνια, που τον βαραίνουν πάνω στο κρύο χώμα,
κάτω από την κόκκινη μηλιά.
Σαν έπεσε ,επιτέλους, ο ήλιος πίσω από τα μαύρα θεόρατα βουνά, ο νάνος ανασηκώθηκε,
τρίζοντας τα κόκκαλα του, με χίλιους πόνους πάνω στα δυό του κοντά πόδια, τίναξε
τη σκόνη από τις μπότες και το τριμένο πανωφόρι και κόβοντας ένα κόκκινο μήλο
από τα πιο χαμηλά κλαδιά του δέντρου, έφυγε τρεκλίζοντας πάνω στον δυτικό δρόμο.
Ο νάνος κυλούσε πάνω στο δρόμο, ανάλαφρος τώρα, χωρίς προορισμό, περιμένοντας
το θάνατο να του χτυπήσει πρώτος αυτός τη πόρτα, ακάλεστος, σα το φθινοπωρινό
αεράκι που φυσούσε εκείνο το δειλινό.
ο αλμπίνος
Ο Αυγουστίνος δεν μπορούσε να ξεχάσει τη λύπη που ένιωσε εκείνο
το κόκκινο μεσημέρι. Όλα μύριζαν αίμα και η γεύση στο στόμα ανακαλούσε μία ανάμνηση
στο κεφάλι του.
Κουλουριασμένο κορμί, κοκκαλιάρικο, άσπρο δέρμα που έχει μια γκρίζα απόχρωση
κάτω από το φως του ήλιου και κείνα τα κόκκινα λυπημένα μάτια.. Ο αλμπίνος που
έζησε χίλια χρόνια φυλακισμένος μέσα σε μια μέρα με κάγκελα, μια μέρα σα κελί.
Μια μέρα που μέσα της δεν υπήρχε ποτέ ηρεμία, μόνο αρπακτικά της ερήμου με κοφτερά
νύχια, πετούσαν και κράζαν από τον ουρανό. Ο Αυγουστίνος ήταν ο μόνος που είχε
δει αυτόν τον αλμπίνο, το φάντασμα, μέρα μεσημέρι στο όνειρο του. Τα χέρια του
και το στήθος του μούδιαζαν στην όψη της μνήμης του φαντάσματος.
Ήταν ένας αλμπίνος παγιδευμένος στην ιστορία που του φτιάξαν οι θεοί με τις
μακρυές, ματωμένες πένες τους. Έτσι κοκκαλιάρης ταξίδευε ξυπόλιτος στο κελί
του, ψάχνοντας πάντα την πορτοκαλιά δύση, μα τίποτα δεν ηρεμούσε σε εκείνο το
κελί που έμοιαζε με πολιτεία. Όλα φαινόντουσαν αληθινά, μα μόλις τα άγγιζες,
εξαφανίζονταν και στη θέση τους έμενε κίτρινη σκόνη από θειάφι και μια θανατερή
μυρωδιά έμπαινε στη μύτη σου.
Έτσι είπε την ιστορία του ο αλμπίνος στον Αυγουστίνο και εκείνος με τη σειρά
του έκλαψε σαν μικρό παιδί αδικημένο στη αγκαλιά της μάνας του. Η καρδιά του
Αυγουστίνου πόνεσε γιατί βρήκε τη χαμένη του σκιά σε κείνο το φάντασμα, σε κείνο
το κοκκαλιάρικο πλάσμα που πέθαινε στο κελί του και ξαναγεννιόταν το ίδιο ξανά
και ξανά για πάντα σε όλα τα χρόνια.
οι δίδυμοι
Ήταν πριν πόλλα πόλλα χρόνια δυο αδέλφια που η μάνα τους τα γέννησε
την ίδια ώρα της νύχτας.
Ο Ω και ο Α, τα δίδυμα αδέλφια, μεγάλωσαν μαζί στο πατρικό τους σπίτι χωρίς
κανείς από τους γείτονες ή ακόμα και τον ίδιο τους τον Πατέρα να τους ξεχωρίζει.
Η μάνα μετά την πολύπονη γέννα ξεψύχησε και το ένα από τα δίδυμα αδέλφια, δάκρυσε,
όσο μωρό κι αν ήταν, όταν την ένιωσε να πιάνεται από τα πέπλα του θανάτου.
Ο Α, ο φρόνιμος, αγάπησε μια κοπέλα, όμως φοβόταν να φύγει από το πατρικό του
και να την παντρευτεί γιατί ήταν πάντα ο αγαπημένος του Πατέρα και εκείνος είχε
πολλές απαιτήσεις από τον Α. Ο Πατέρας έδινε όλες τις ανέσεις στον Α χωρίς όμως
να τον αφήνει να του ξεφεύγει από την άγρυπνη ματιά του.
Ο Ω, ο άσωτος, ο αμαρτωλός, ξόδευε την περιουσία του Πατέρα στις υδονιστικές
του ασχολίες και ποτέ δεν ήταν πρόθυμος να βοηθήσει στην συντήρηση του σπιτιού
τους. Ο Πατέρας τον καταράστηκε όταν του είπε πως πάντα θα κουβαλάει, στο μέτωπο
του χαραγμένο, το σημάδι, εκείνο που θα είναι αιτία να τον θυμούνται όλοι σαν
τον βέβυλο, κακό γιό. Το μόνο σημάδι που ξεχώριζε τα δύο δίδυμα και που εκ γενετής
ο Ω είχε στο μέτωπο του, έμοιαζε σαν βαθιά μαχαιριά.
Ο Πατέρας ήταν αυταρχικός με τα δίδυμα παιδιά του, μα πιο πολύ πίεζε και καταρασόταν
τον Ω, τον σημαδεμένο. Ήταν άσωτος και πότης και ποτέ δεν είχε χρόνο για δουλειά,
μα ένας θεός ξέρει μόνο, πόσο τον αγαπούσε, κατά βάθος, ο Πατέρας του. Ο Α όμως
ήταν εκείνος που στέναζε κάτω από την σκιά του Πατέρα. Η καρδιά του στεναχωριόταν,
κάθε μέρα και κάθε νύχτα, γιατί, ο Πατέρας, δεν του έδινε το ελεύθερο να παντρευτεί
την κοπέλα που αγαπούσε, μα δεν ήθελε κιόλας να εγκαταλήψει τις ανέσεις και
τη ζεστασιά του πατρικού του σπιτιού. Ο Α δεν ρίσκαρε μια ζωή με τη γυναίκα
του, μακρυά από τη γνώριμη μυρωδιά του σπιτιού που μεγάλωσε.
Κάποια κρύα μέρα, η κοπέλα, που ο Α τόσο αγαπούσε, έχασε την υπομονή της και
υπέκυψε στη βράση της νιότης της. Απαρνήθηκε τον Α και βρήκε άλλον άντρα, πρόθυμο
να την παντρευτεί και να φύγει από το σπίτι του.
Ο Ω τα έμαθε όλα αυτά μα δεν μίλησε, ούτε έδωσε στον αδελφό του συμβουλή, ούτε
του είπε να κάνει κουράγιο ή να βρει άλλη γυναίκα. Τα δίδυμα αδέλφια, τώρα,
σπάνια μιλούσαν μεταξύ τους.
Όταν ο Α ζήτησε από τον Ω να του πάρει τη ζωή με το παλιό πιστόλι του Πατέρα,
απογοητευμένος πια από τη ζωή του μετά από την απόρριψη της κοπέλας, ο Ω αρνήθηκε.
Του είπε:"Μόνο όσοι αξίζουν πεθαίνουν απ' αγάπη".
Έτσι μίλησε ο Ω και μετά έφυγε από το πατρικό του σπίτι, μόνος, να περιπλανηθεί
στην έρημο μαζί με την χαλασμένη, άσωτη καρδιά του.
το τέρας
Ήταν κάποτε ένα τέρας που ζούσε βαριανασαίνοντας γύρω από πολλές
ομορφιές. Ήθελε να ξεπεράσει τα άλλα τέρατα που έβλεπε στα όνειρα του γιατί
μόνο ομορφιές έβλεπε στον ξύπνιο του.
Ήθελε να είναι το πρώτο τέρας που θα γινόταν ένα όμορφο τέρας. Οι ομορφιές του
ψιθύριζαν μέσα στα τριχωτά, παράξενα αυτιά του:"Γίνε σαν εμάς, όμορφο, γίνε
σαν τα αδέρφια μας, όμορφο και μην είσαι τέρας».
Έτσι μπερδεμένο που ήταν αυτό το τέρας δεν ήξερε πως να φερθεί αργά τις νύχτες.
Ήθελε να ουρλιάξει μα σώπαινε γιατί δεν ήθελε να ξυπνήσει τις ομορφιές. Αυτές
του δείχναν τον τρόπο της ζωής τους, του λέγαν όμορφα παραμύθια για θεούς που
γνώριζαν και τρόπους να τους βρει.
Μα το τέρας φοβόταν να ανέβει τα σκαλοπάτια που του δείχναν οι ομορφιές γιατί
ήταν ψηλά και αυτό βαρύ και άτσαλο και θα έπεφτε γκρεμοτσακισμένο.
Μια μέρα ξύπνησε από το βαθύ του ύπνο και όλες οι ομορφιές είχαν εξαφανιστεί,
μόνο αυτό το τέρας ανάσαινε σε κείνη την απέραντη γη. Στην αρχή το έπιασε μεγάλος
τρόμος που θα ήταν μόνο του, χωρίς τις ομορφιές του, μα μετά από τρεις νύχτες,
το τέρας συνήλθε.
Ζούσε στα όνειρα του και τα πάντα είχαν γίνει τερατώδη σαν κι αυτό και για πρώτη
φορά άγγιξε την ευτυχία του να είσαι ένα άσχημο τέρας.
Τώρα με όλη του την τριχωτή καρδιά ούρλιαζε μέσα στις νύχτες, χαρούμενο και
ανάλαφρο από το παρελθόν. Ούρλιαζε μόνο για τον εαυτό του και τα δέντρα και
τον ορίζοντα.
Ούρλιαζε για όλες τις χαμένες ομορφιές μιας απέραντα μοναχικής γης.
ο διεφθαρμένος
Ένας διεφθαρμένος άνθρωπος ζούσε μέσα στην χλωμή του πόλη που
ήταν φτιαγμένη από σιδερένιους γκρίζους σωλήνες και πλαστικές πλατείες μαζεμένες
μέσα στο δάσος με τις κεραίες. Ξεφλουδισμένα κτίρια (θυμίζουν κάτι πορώδη σφουγγάρια),
το ένα κολλημένο στη πλάτη του άλλου, και γύρω μόνο πυκνή μυρωδιά σκουριάς και
όραση από νέον.
Ο μακρυνός ήλιος της ζωής ποτέ δεν έριχνε τις ακτίνες του σε αυτήν τη πόλη παρά
μόνο ένα συνεχές λυκόφως φώτιζε και σκοτίνιαζε μέσα της και μια θάλασσα υγρασίας
πετούσε στον αέρα. Ο διεφθαρμένος καθόταν στο μαύρο πεζοδρόμιο γεμάτος λύπη
για τον ίδιο και για τους γύρω του, μεταλλαγμένους, ανθρώπους. Αυτοί τον μισούσαν
γιατί όταν γεννήθηκε μέσα στη θορυβώδη γεννήτρια του, σαν όλους τους άλλους
μεταλλαγμένους πολίτες, μία ακτίδα του μακρυνού ήλιου τρύπησε τα σύννεφα και
το οπτικό τζάμι της ηλεκτρονιοφόρας μήτρας. Ο ήλιος ζέστανε το νεογέννητο μέτωπο
του. «Αυτό δεν έχει ξαναγίνει.», ούρλιαξε μέσα από το λαιμό ψηφιακού θορύβου,
η νοσοκόμα ν.4657 μόλις αποσύνδεσε το μωρό από τα κόκκινα πρωτεινικά του καλώδια
που είχαν λιώσει από την ακτίνα θερμότητας του ήλιου.
Κάτι τέτοιο δεν ξανάγινε ποτέ. Το νεογέννητο μεταλλαγμένο μωρό έγινε αυτόματα
ο διεφθαρμένος πολίτης Χ. Για όλη του τη ζωή ήταν καταδικασμένος να προδίδει
και να προδίδεται από όλους τους άλλους που δεν τους είχε απλώσει την ενέργεια
του εκείνος ο μακρυνός ήλιος.
Κανείς δεν πλησίαζε κοντά του γιατί, ο διεφθαρμένος, πρόδιδε τα πάντα, τα ιερά
και τα αγαπητά γραμμικά προγράμματα αναπνοής και τα ευχάριστά διαλείματα ζωικής
σήψης των μεταλλαγμένων πολιτών. Τους ακουμπούσε, σερνάμενος στο πάτωμα, σα
σαύρα, σα φίδι και έτσι τους μαγνήτιζε τη δύναμη τους, ρουφώντας τα ιχνοστοιχεία
της συνθετικής επιδερμίδας των πολιτών για να γίνει και αυτός ένα μαζί τους.
Μα μάταια. Πάντα θα ήταν το παιδί του ήλιου.
Ο πολίτης Χ, ο διεφθαρμένος, έφτασε μια μέρα στο τερματικό σώμα της δεξαμενής
που μοίραζε πράσινο νερό στο υδραγωγείο της πόλης. Εκεί έλυσε τα ληγμένα σωθικά
του για να πλανηθεί ελεύθερος μέσα από κρύους σωλήνες.
Δεν είχε πια καμία ελπίδα να ξαναενωθεί και να συναντήσει τους προγόνους του
σε ένα ονειρεμένο συμπόσιο αδελφοσύνης. Ήταν μέσα στο πράσινο νερό και έτσι
ταξίδεψε μέσα από σχισμές και υπόγεια σύννεφα, οροσειρές από αιθανόλη και κάρβουνο
έως ότου βγήκε διαλυμένος στη μεγάλη βόρεια θάλασσα. Έκει, για δεύτερη και τελευταία
φορά, τον ζέστανε ο μακρυνός ήλιος καθώς άφηνε την συσκευή ψηφιακής αναπνοής
του να την παρασύρει το μπλέ ρεύμα του αρχαίου νερού.
το ρολόι
Μέσα στο όνειρο είδε σε πράσινο φόντο ένα απέραντο τοπίο.
Περπατούσε μέσα στα χορτάρια που ήταν ψηλά μέχρι τη μέση του. Καθώς πήγαινε
με γρήγορο, βιαστικό βήμα, ξαφνικά σταματάει και κοιτάει κάτω. Ένα πράσινο ρολόι
βρίσκεται, κάτω, μπροστά στα παπούτσια του, το σηκώνει και το φοράει στο χέρι
του.
Ο Ζάρκο ο ποιητής ξυπνάει πάνω στο κόκκινο κρεββάτι του. Είναι πρωί και ο ήλιος
έχει κρυφτεί πίσω από τα άσπρα σύννεφα. Η αγαπημένη του μούσα μπαίνει στο δωμάτιο
του χωρίς να χτυπήσει τη καφέ πόρτα και χωρίς να βγάλει μιλιά απλώνει το χέρι
της και δίνει στο Ζάρκο ένα πράσινο ρολόι. Μοιάζει σχεδόν ίδιο με εκείνο που
είδε στο βραδυνό του όνειρο.
Από εκείνο το πρωινό και έπειτα, ο Ζάρκο, φοράει το χρόνο στο δεξί του χέρι.
Κάτι όμως δεν είναι σωστό τώρα πια. Η χαρά του πνίγηκε. Χάθηκε μαζί με το πέρασμα
του χρόνου. Ο Ζάρκο δεν μπορούσε να βγάλει από πάνω του το πράσινο ρολόι. Αν
το έβγαζε, η μούσα του, θα τον εγκατέλειπε και μαζί της θα έφευγε και η έμπνευση
της χρυσόκεντημένης του ποίησης.
Ο Ζάρκο ζούσε μέσα στις μέρες υπολογισμένα, κρύα και ξυλιασμένα. Είχε χάσει
πια την αίσθηση της ζωής του που κυκλοστριφογύριζε συνεχώς στα ίδια και τα ίδια
σύμβολα. Όπως ακριβώς και οι δείκτες του καταραμένου του ρολογιού.
Ένας γέρος, χιλιόχρονος και αραχνιασμένος μονομάτης, από συμπόνοια για τη κατάντια
του νεαρού και όμορφου ακόμα, Ζάρκο, του είπε για ένα πηγάδι, το πηγάδι του
Κρόνου, όπου εκεί όποιος κολύμπαγε έχανε το χρέος του στον θεό του χρόνου, τον
Κρόνο, μα έδινε για αντάλλαγμα τη νιότη του και την ομορφιά του.
Έτσι λοιπόν, ο Ζάρκο, κολύμπησε μέσα στο πηγάδι, και μόλις ένιωσε δυνατή, ξανά,
σαν ανοιγμένο τριαντάφυλλο, τη ολοκόκκινη ροή της καρδιάς του, άφησε το πράσινο
ρολόι να χαθεί μέσα στα βάθη του μαγικού νερού.
Η μούσα του τον εγκατέληψε και τον άφησε μονάχο, μα ο Ζάρκο, ευτυχισμένος πάλι
με τα κλαδιά της ζωής του, τη φίλησε και της είπε πως θα τη θυμάται σαν όλες
του τις γυναίκες, γλυκά και ήσυχα μέσα στη νύχτα και τη μέρα.
Τώρα κανείς δεν θα τον γύρευε στο δωμάτιο του την ώρα που κοιμόταν, μα ούτε
και στον ξύπνιο, που κοίταγε τον ουρανό με τα άσπρα σύννεφα να περνάνε πάνω
από τη γη. Τώρα όλοι θα τον είχαν ξεχασμένο, ακόμη και ο χρόνος.