>διηγήματα
xpressway to yr skull
προηγούμενο
επόμενο

κόκκαλα για πέταμα

βαγγελιώ

δημοσιεύτηκε στη συλλογή διηγημάτων όταν χάνεται η κίνηση #2

 

"ΠΟΤΕ ΘΑ ΜΕ ΑΦΗΣΕΙΣ ΗΣΥΧΗ; ΤΙ ΓΥΡΕΥΕΙΣ ΑΠΟ ΜΕΝΑ;"
Είχε περάσει ένας χρόνος κι ακόμα την καταδίωκε! Τώρα όμως ήταν αποφασισμένη να δώσει ένα τέλος. Το νέο κόκκινο μαλλί της το σκυλοσιχαινόταν και το ψαροκόκκαλο tattoo , την έκανε να ξύνει σαν κολασμένη το σβέρκο της. Ένοιωθε όμως ηδονή με το να φαντασιώνεται το απέναντι βδέλυγμα στην πιο ελεεινή των μεταμορφώσεών της. Το μόνο εμπόδιο σ' αυτό το πλάνο εξόντωσης, ήταν τα περιττά της κιλά, το μόνο ίσως μέτρο σύγκρισης με τον εχθρό. Γι' αυτό, κατάργησε πρωινό και βραδινό, μέχρι Tελικής Πτώσεως. Για να μη μετρά θερμίδες, πείνα, ημέρες και χρήματα, βυθιζόταν με τις ώρες στον ύπνο, καταπίνοντας με τις χούφτες τα υπναγωγά. Ήλπιζε να ξυπνήσει την επομένη και ν' αντικρίσει το απέναντι παχύδερμο να σέρνεται βουτηγμένη στην απόγνωση και την κατακραυγή του κόσμου και να εκλιπαρεί τον πρώτο τυχόντα να βάλει τέλος στην άχρηστη ζωή της.

* * *

Όλα ξεκίνησαν καιρό πριν, μ' ένα μαύρο πουέν φόρεμα. "Είχε άραγε λιλά βούλες;" Ούτε που θυμόταν. Αυτό όμως που δεν ξεχνούσε με τίποτα, ήταν πως την ίδια μέρα που το αγόρασε, το είδε πάνω στο παχύδερμο, στο απέναντι ακριβώς μπαλκόνι. "Δεν είναι δυνατόν!" Κρεμάστηκε απ' τα κάγκελα, μήπως εντόπιζε κάποια διαφορά απ' το δικό της ρούχο. Αντί γι' ανακούφιση ένιωσε φρίκη, καθώς η χοντρή άρχισε να φέρνει σβούρες με φιλαρέσκεια. "ΚΥΡΙΑ ΛΟΥΙΖΑ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ; ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΠΗΡΑ!" Τότε δεν είχε δώσει σημασία.

* * *

Και τα δαμάσκηνα της άρεσαν. Το πρωινό της περιλάμβανε δαμάσκηνα φρέσκα, κονσέρβα, μαρμελάδα με φρυγανιές. "ΚΥΡΙΑ ΛΟΥΙΖΑ ΓΙΑΤΙ ΤΡΩΤΕ ΤΟΣΑ ΠΟΛΛΑ ΔΑΜΑΣΚΗΝΑ;" Λίγο έλειψε να πνιγεί! ΤΙ γκάριζε η σεληνιασμένη, έπρεπε να μάθει όλη η γειτονιά ότι ήταν δυσκοίλια; Εξαφανίστηκε τρέχοντας κι ορκίστηκε να μην ξαναπάρει ποτέ πρωινό στο μπαλκόνι, τουλάχιστο όχι άοπλη! Το ίδιο απόγευμα, είδε το Tέρας στο μανάβη, να κατεβάζει με μανία τα τελάρα με τα δαμάσκηνα.
"Εεεε..." έσπευσε ν' απολογηθεί, "Έμαθα, κάνουν καλό στο έντερο!"

* * *

Κι ο Mάκης της άρεσε. Μπορεί να' ταν λίγο μεγάλος, λίγο ρέμπελος, όμως τον ήθελε. Έμενε στον κάτω όροφο, μετά τις έξι το απόγευμα έπαιζε κλαρίνο, όχι τίποτα βουκολικά του λόγκου και της ραχούλας, "κάτι απροσδιόριστο" έλεγε στην αρχή, μετά της εξήγησε τις hardcore επιρροές του απ' τη μουσική σκηνή της Ουκρανίας. Τότε αισθάνθηκε το πάθος να φουντώνει για το μέντορά της.
Η αλήθεια ήταν πως εκείνη είχε κάνει το πρώτο βήμα, όταν ένα βράδυ του χτύπησε την πόρτα με τη μελώδικα παραμάσχαλα. Του εξέφρασε με την πρώτη το θαυμασμό της. Μετά από μια παύση αμηxανίας σκέφτηκε μεγαλόφωνα: "Όλο μαλακίες κάνω!" Κι έφυγε οργισμένη με τη σιωπή του. Όταν όμως μια βδομάδα μετά του πήγε μια τάρτα με δαμάσκηνα, της πρότεινε να περάσει μέσα για καφέ και την έφαγε όλη εμπρός της ο προπέτης. Η αλήθεια είναι πως εκείνη του 'δωσε το πρώτο φιλί στην κουζίνα, πάνω απ' το νεροχύτη, καθώς εκείνος έξυνε με μανία τη μούχλα απ' τις κούπες του καφέ. Ανταποκρίθηκε με πάθος. Δυο βδομάδες κλείστηκαν στη γκαρσονιέρα του σιτιζόμενοι με πίτσες deliνery. Την είχαν απολύσει απ' το ινστιτούτο αφού μέχρι το χωρισμό τους, είχε ξεχάσει τουλάχιστο δέκα αποτριχώσεις .
Η ζωή της είχε μεταμορφωθεί σ' ένα ροζ παραλήρημα με παπάκια. Του μαγείρευε, συγύριζε το σπίτι, έκαναν όλη μέρα έρωτα, κι όταν βαριόντουσαν, πλακώνονταν στις πορνό βιντεοκασσέτες και ξανακάναν έρωτα. Όταν έφευγε με τους φίλους του στα Εξάρχεια για μπύρες, υπομονετικά τον περίμενε, αγκαλιά με την τηλεόραση. "Γιατί άραγε, έχω αυτήν την εφιαλτική εμμονή, πως δεν πρόκειται να φύγεις ΠΟΤΕ απ' το σπίτι μου;" Τα λόγια του, την είχαν προβληματίσει, χωρίς να δώσει τότε σημασία.
Και της ζητούσε να χωρίσουν. Πριν σμίξουν. Πάνω που πήγαινε να μυηθεί στο μυστικό του μουσικό κόσμο! Τζάμπα κι οι "ΓΚΟΥΛΑΓΚ", "ΤΡΥΠΕΣ", "DEUΣ Χ ΜΑCΗΙΝΑ"; Πού ήταν ο άνθρωπος που παραληρούσε, που της φώναζε "κι άλλο!" μ' ενθουσιασμό, που τράβαγε τα μαλλιά του, στις πρώτες της ταπεινές hardcοre εκτελέσεις στη μελώδικα! Αργότερα, μήνες μετά, της εξομολογήθηκε πως τη δούλευε.
Στην αρχή, αρνήθηκε πεισματικά να πιστέψει πως χώρισαν.
Απομακρύνθηκε προσωρινά. Του άφηνε όμως μηνύματα στον τηλεφωνητή, στιχάκια και γλαδιόλες στην εξώπορτα, γλυκά και λαχανοντολμάδες που του άρεσαν. Αφού την αποκάλεσε "τσιμπούρι, σίχαμα, κολλιτσίδα", είπε "για μια αξιοπρέπεια ζούμε" το 'ριξε για καμιά βδομάδα στα κοκτέιλ υπναγωγών κι εξαφανίστηκε απ' το κάτω πάτωμα.
"ΚΥΡΙΑ ΛΟΥΙΖΑ, ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΤΕ ΤΟΣΕΣ ΜΕΡΕΣ; ΔΙΑΚΟΠΕΣ;" Τι ρώταγε η απέναντι βρώμα, τα 'ξερε όλα και τη δούλευε; Δεν της έφτανε το φαρμάκι του Μάκη; "ΗΜΟΥΝΑ ΜΕ ΤΟ ΜΑΚΗ ΤΟ ΖΟΥΓΚΛΕ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΟΡΟΦΟΥ, ΚΙ ΕΒΓΑΖΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ! ΤΡΕΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ;"

* * *

Εκείνο τον καιρό, το μόνο που την ένοιαζε, ήταν να τον εκδικηθεί. Είχε βρει νέα δουλίτσα, σαν πλασιέ καλλυντικών. Όσες έβλεπαν την ξινισμένη της μούρη στην πόρτα τους, της την έκλειναν κατάμουτρα. Είχε χτυπήσει και την πόρτα του Μάκη , αλλά δεν τον ενδιέφερε καθόλου η σειρά ντεμακιγιάζ της. "Eίμαι με μια κοπέλα αυτόν τον καιρό. Παράτα με ήσυχο!" Αυτό το τελευταίο την έστειλε στον ψυχίατρο, ένα αλμπάνη που την έβγαλε απόλυτα υγιή. Ήθελε να πηδήξει απ' τον έκτο μόνο και μόνο για να τον διαψεύσει.

* * *

Ξέσπασε σε κλάματα. Κοπέλα της είχε πει ο πούστης!
Τι ήταν κι αυτός ο εφιάλτης, να τους δει ν' αγναντεύουν το Λυκαβηττό, στο απέναντι ακριβώς μπαλκόνι! Αυτό το αποπάτημα σκύλου, ήταν "κοπέλα";
Κατέβασε τα στόρια, πανικόβλητη άρχισε να φέρνει σβούρες, "όλα καλά, όλα καλά, όλα καλά, όλ.." μουρμούριζε και σκεφτόταν πως υπάρχουν και χειρότερα, όπως ας πούμε, αν τους έβλεπε αγκαλιά, μ' εκείνον να της χαϊδεύει το πουέν λιλά φόρεμα!
Τότε ξεκίνησε ο πραγματικός εφιάλτης! Η απέναντι τη φθονούσε κι είχε στήσει αυτήν την καταχθόνια μηχανή για να την αφανίσει! Ίσως απλά την αντέγραφε από ανασφάλεια, γι' αυτό το ίδιο τους χτένισμα, οι ίδιες σεζ λογκ στα μπαλκόνια τους!
Το είχε δει στη "μικρή ερωτική ιστορiα" του Κισλόφσκι και στους "Απέναντι" του Πανουσόπουλου. Αγόρασε τηλεσκόπιο από Ρωσσοπόντιους, το έστησε στο υπνοδωμάτιο που έβλεπε στο απέναντι τρωκτικό και σε πρώτη φάση αγόρασε καμιά δεκαριά σηθρού νυχτικά κι έστησε καρτέρι. Έβγαινε γρήγορα στο μπαλκόνι, έφερνε μια σβούρα με το ροζ νυχτικό και το επόμενο πρωί, την παρακολουθούσε με το κιάλι, να φοράει το ίδιο ή παρόμοιο!
- Κυρία Λουίζα , τι ωραίο άρωμα φοράτε; τη ρώτησε μια μέρα που συναντήθηκαν από κοντά.
- Ψεκάζομαι με πατσουλί! απάντησε με αφέλεια, και ονειρεύτηκε το αποπάτημα να βγάζει φλύκταινες, το σβέρκο της να ξερνάει πύο κι εκείνη να ραντίζεται με τις πιο τοξικές ουσίες.
Μα ο Μάκης έμενε σ' αυτή. Είχε πάντα τις κουρτίνες τραβηγμένες κι έτσι δεν μπορούσε να τους συλλάβει στις τρυφερές τους στιγμές. Αυτό την τρέλλαινε.Ομως ήταν αποφασισμένη να πιάσει φιλία μαζί της, έστω προσωρινά.

* * *

"Ά! Τι λες; Με το Μάκη το Ζουγκλέ! Τα' χα κι εγώ μαζί του! Καλό παιδί. Τι σου 'χει πει για μένα;"
Αφού τη διαβεβαίωσε ότι δεν ήξερε τίποτα για τα προσωπικά του Μάκη, άρχισε να την κατακεραυνώνει με πολύτιμες πληροφορίες.
"Πρόσεχε όμως! Μην πολυπηγαίνεις σπίτι του και κάνει κανά ντου η αστυνομία, όπως έπαθα κι εγώ και παραλίγο να λερωθεί το ποινικό μου μητρώο!"
Η φώκια λιποθύμησε. Μια ηλικιωμένη κυρία, έτρεξε να την ξαπλώσει. Της κράτησε τα πόδια ψηλά και της έκανε αέρα με τη βεντάλια της. Μόλις το ζώον άρχισε να συνέρχεται, άρχισε να τη ρωτάει μήπως είχε ζάχαρο, υπόταση, στηθάγχη, πόνο στην κοιλιά, ή δύσπνοια. "Συγνώμη κυρία μου, είστε ιατρός;" ρώτησε η Λουiζα.
"Είμαι του Ερυθρού Σταυρού!" αποκρίθηκε με περηφάνια η γηραιά κυρία. Η Λουίζα άρχισε να γελάει νευρικά καθώς φαντάστηκε την κωλόγρια γυμνή, να τη ραντίζουν με κύμινο και πιπέρι, επίσης γυμνοί ανθρωποφάγοι, κάτω απ' τις πενιές των ΒΟΝΕΥ-Μ, ξελιγωμένοι, να την περιγελούν για τα πλαδαρά της μαστάρια, κι εκείνη να ουρλιάζει με το χρυσό της δοντάκι ν' αντανακλά στο μέταλλο του απύθμενου καζανιού. "Ωραία!", αποκρίθηκε στο τέλος, "αντί να παριστάνετε το γιατρό, δεν πάτε καλύτερα να μοιράσετε κομπόστες στα παιδιά του Τρίτου κόσμου;".
Η χοντρή ξαναλιποθύμησε.

* * *

"Βρε τσουλί, πήγες κι είπες στην κοπελιά μου πως είμαι τζάνκι; Τη βρήκες αγαθιάρα ρε ούφο και βγάζεις τα' απωθημένα σου; Τι να σου πω κορίτσι μου, θες ψυχίατρο!"
Εκείνο το πρωί που χτύπησε την πόρτα της, ήθελε απεγνωσμένα να του θυμίσει τη λαχανί της νυχτικιά και τα ροζ της πασούμια τα ολόιδια της χοντρής, να λάμψει η αλήθεια, και μετανιωμένος να διαγράψει απ' τη ζωή του το ελεεινό της κακέκτυπο. Επίσης, ήθελε να του πει πως ο γιατρός, την είχε βρει απόλυτα υγιή. Αντί γι' αυτό, έμεινε κοκκαλωμένη , να τον παρατηρεί να φεύγει, κι αυτή της τη ματιά του σκύλου της είχε πει ο Μάκης πόσο τη μισούσε!
Η χοντρή δεν της ξαναμίλησε! Ωστόσο, όταν έκανε τα μαλλιά της περμανάντ, έσπευσε να την αντιγράψει, όταν πήγαινε για ποτό στο "decadance" την έβρισκε διαρκώς μπροστά της αγκαλιά με το Μάκη, κι όταν ξέρναγε τα' αμέτρητα ποτά της στην τουαλέτα του μαγαζιού, το παχύδερμο θυμόταν πάντα, πως έπρεπε να κατουρήσει. Η Λουiζα δεν είχε ποτέ φίλους και για να της θυμίζει την απελπιστική της μοναξιά, η φώκια καλούσε πέντε-πέντε τις κυράτσες, άλλες κάθε φορά, τις αμόλαγε στο μπαλκόνι, λες κι είχε ανακαλύψει το μυστικό της τηλεσκόπιο και την πολεμούσε πια στην έδρα της. Στα χείλη τους, διάβαζε εφιαλτική την εκφορά του ονόματός της ανάμεσα σε χαχανητά, στα μάτια της έβλεπε την περιφρόνηση κάθε που κοιτούσε απέναντι, κι άλλες φορές τις έβλεπε παραταγμένες στα κάγκελα, σαν τους δήμιους, να την εκτελούν με το βλέμμα και το λικεράκι στο χέρι. Λίγο καιρό μετά, δεν ήξερε ποιος παρακολουθούσε ποιον, φοβόταν να κλέψει μια ματιά απ το κιάλι, μήπως αντίκριζε την αντανάκλαση από ένα ολόιδιο κιάλι απέναντι, να την κατασκοπεύει.
Παράτησε τη δουλειά με τα καλλυντικά, καθώς την έλουζε κρύος ιδρώτας κάθε που χτυπούσε κάποιο κουδούνι, μήπως έβλεπε εμπρός της κάποια απ΄ τις φίλες της χοντρής. Κάθε βράδυ που έβγαινε απελπισμένη και μόνη, εάν δεν την έβλεπε μπροστά της, είχε να πολεμήσει με τα' αποκαρδιωτικά αδιάφορα μάτια των αρσενικών, την εφιαλτική τους απροσφορότητα, το γέλιο στις ανήθικες της προτάσεις, με το κραγιόν που έβαφε κόκκινα τα δόντια της, τη μάσκαρα που απ την κάψα κύλαγε ντουγρού στο ζυγωματικό, το σουτιέν με τα ψεύτικα μαξιλάρια που κατρακυλούσαν με φόρα σε κάθε τσιφτετέλι κι έβρισκαν γοφό. Κανένας ελεήμων δεν την κέρασε ποτέ ένα ποτό, δεν την πήρε αγκαλιά, στα μάτια τους έβλεπε τον τρόμο, ακόμα κι αν κάποιος την έβρισκε όμορφη, τρόμαζε στη θέα του ψεύτικου βυζιού του τραβεστί Λουίζα.
Σιγά-σιγά, εμφανίστηκαν ακλόνητα τα σημάδια της μελαγχολίας. Άρχισε ν' ακούει Πάριο στις παλιές του επιτυχίες, διάβαζε Κούντερα, έτρωγε πολλές τιραμισού, και στο σώου του Μικρούτσικου έκλαιγε με λυγμούς. Ο αλμπάνης ψυχίατρος, εξακολουθούσε να τη βρίσκει απόλυτα υγιή, την προέτρεψε ο αλήτης να βρει δουλειά και άντρα, λες κι ήταν εύκολο και της ζήτησε και δεκαπέντε χιλιάρικα, το κάθαρμα! Τη συμβούλευσε να μετακομίσει, αφού την ενοχλούσε τόσο η γειτόνισσα, η οποία κατά τη γνώμη του αλμπάνη, δεν είχε κακές προθέσεις, απλά επρόκειτο για άτομο εξαιρετικά ανασφαλές, που συνήθιζε να εξιδανικεύει τον πρώτο τυχόντα. Και ο πρώτος τυχών στο οπτικό της πεδίο, ήταν φυσικά η Λουίζα! Στο τέλος, της είπε πως ο κόσμος έχει γεμίσει τρελούς, κι αν δεν τους αγνοούμε, φαινόμαστε εμείς τρελοί στα μάτια του κόσμου! Η τελευταία του μάλιστα προσέγγιση, την άφησε άφωνη!
"Αφήστε με να μαντέψω πού σπουδάσατε! Στη Ρουμανία μήπως;"
Στράφηκε στη μάνα της. Την παρακάλεσε να 'ρθει επειγόντως Αθήνα! Και ήρθε! Την υποδέχτηκε με δάκρυα και γλαδιόλες στα ΚΤΕΛ. "Παιδάκι μου, τι τρέχει;" Επί μέρες, προσπαθούσε να της εξηγήσει, κι η μάνα χαμπάρι, συνεχώς τη ρωτούσε πότε θα παντρευτεί, γιατί δεν έχει καθόλου φίλες, γιατί ήταν άνεργη, γιατί έκανε τα μαλλιά της περμανάντ και γιατί φόραγε ψεύτικα βυζιά. Αντί να παρατηρείς τ' αστέρια, να πηγαίνεις σινεμά!" της έλεγε και της έδειχνε με το δάχτυλο το κιάλι. Η μάνα πίστευε πως η θλίψη της κόρης της ήταν παροδική και θα συνερχόταν μ' ένα πιάτο σπιτικό φαΐ, έναν έρωτα και μια δουλίτσα.
Το δράμα ολοκληρώθηκε, όταν συνέλαβε τη μάνα της να συνδιαλέγεται με το απέναντι κτήνος μέσα στο χαχανητό και τη φιλοφρόνηση! "Λουίζα, να κάνεις παρέα με την κυρία! Είναι εξαιρετική!" Δεν ήταν δυνατόν! "ΡΕ ΜΑΝΑ, ΕΙΣΑΙ ΤΟΣΟ ΗΛΙΘΙΑ;" Εκείνη τη μέρα την πήγε σηκωτή στα ΚΤΕΛ "ΠΕΣ ΜΟΝΟ ΡΕ ΣΚΡΟΦΑ ΤΙ ΤΗΣ ΕΙΠΕΣ!"
"Εεεεεε! πως μου αρέσει το Μπραχάμι, πως είμαι η μανούλα σου, τίποτα κακό παιδάκι μου!"
Έβαλε πάλι τα κλάματα. Τόση μοναξιά, ούτε ερημίτης δεν την άντεχε. Να μετακόμιζε, με τι λεφτά; Να την αγνοούσε, με τι ψυχή; Τα 'χε ρουφήξει όλα η καταβόθρα, σε λίγο θα 'μπαινε και μέσα στο σπίτι της, θα ρούφαγε το στόμα της, τα μάτια της, τον εγκέφαλο και θα της άφηνε την κωλοτρυπίδα τρόπαιο, να κρέμεται από ένα λεπτό μίσχο, πάνω στο κομοδίνο, ανάμεσα σε άλλες κωλοτρυπίδες των θυμάτων της.

* * *

Ο πόλεμος δεν ήταν πια θέμα αυτοεκτίμησης, αλλά επιβίωσης. Είχε αρχίσει πια να παραληρεί: Βυθιζόταν στην μπανιέρα, να τα εγκαύματα απ το καυτό νερό, έλεγε "πάλι παίζει η χοντρή με το θερμοσίφωνα". Άναβε τσιγάρο, τούμπανο τα χείλια της απ' την κάφτρα, έλεγε "έκανε η χοντρή σαμποτάζ στα περίπτερα, τα εφοδίασε ελαττωματικά τσιγάρα", την έπαιρναν ανώμαλοι τηλέφωνο και της έλεγαν προστυχιές "η χοντρή τους έβαλε!" Είχαν αρχίσει τα δεινά να πέφτουν πάνω της, βροχή από πέτρες. Αληθινές πέτρες και- συγκεκριμένα στο δεξιό νεφρό. "Μάγια μου 'κανε η πουτάνα;" Απ' τα πολλά νερά, ήρθε και πρήστηκε η κοιλιά της, μέχρι να τις κατουρήσει τις πέτρες μαρτύρησε απ΄ τους απανωτούς κολικούς!
Αυτό όμως που της έφερνε πανικό, ήταν πως σε λίγο καιρό, θα 'χανε τα πάντα, ακόμα κι αυτό το δυαράκι που με τα λεφτά της μάνας της συντηρούσε. Τότε πια, θα της ήταν τελείως άχρηστη!

* * *

Ήταν πια αποφασισμένη, μετά από ένα χρόνο, να δώσει το τέλος. Γι' αυτό θα την προκαλούσε στην πιο τολμηρή αντιγραφή και την πιο δύσκολη μαζί. Έβαψε τα μαλλιά της κόκκινα, χτύπησε στο σβέρκο tattοο ψαροκόκκαλο, το' χε δει στο "ΤΑΧΙ DRΙVΕR", λίγο πριν την επίθεση θα ξύριζε και τους κροτάφους. Δεν την έπαιρνε όμως, σαρανταπέντε χρονώ γυναίκα και μ' ένα στυλάκι "Ροζίτα Σώκου" που είχε μέχρι τότε, να πολυεμφανίζεται σε δημόσιους χώρους, τουλάχιστον όχι πριν ολοκληρωθεί η μεταμόρφωση. Γι' αυτό αμπαρώθηκε στο δυάρι, εξοπλισμένη με τρόφιμα για ένα μήνα και ξεκίνησε την εξαντλητική της δίαιτα με κοκτέιλ υπναγωγών.
Ξυπνούσε μόνο για να πάει στον καμπινέ, αν πεινούσε πολύ, κατέβαζε συνδυασμό τρικυκλικού αντικαταθλιπτικού-ηρεμιστικού, στη χειρότερη περίπτωση έφτιαχνε και μια μακαρονάδα να πάρει δυνάμεις για το επόμενο εικοσιτετράωρο.
Δυο βδομάδες μετά, απ' την αδυναμία δεν μπορούσε να σταθεί όρθια, της είχε κοπεί η όρεξη εντελώς και δεν είχε ανάγκη τα ηρεμιστικά για να καθηλώνεται στο κρεβάτι αγκυλωμένη. Ούτε που πήγαινε μέχρι το μπαλκόνι, από φόβο μην της πέσει το ηθικό, μόνο έκλαιγε από χαρά κάθε που ζυγιζόταν. Μέσα σε είκοσι μέρες, είχε χάσει εφτά κιλά κι η συνέχεια της φαινόταν παιχνιδάκι. "Λύσσα θα την πιάσει τη χοντρή!" και ονειρευόταν τη στιγμή που θ' αντάμωναν στο "decadance", το βλέμμα του Μάκη, τη ζήλια, την αγωνία γι' αντιγραφή ξανά μανά, την ηρωική τέλος αποχώρηση απ' το Μπραχάμι, με το παχύδερμο να 'χει μείνει στα μισά του αγώνα δρόμου, εντελώς αδύναμο, να προσπαθεί ν' ακολουθήσει την πιο απάνθρωπη μεταμόρφωση!
Την τρίτη βδομάδα, πλησίασε δειλά το κιάλι της και μ' έκπληξη αντίκρισε τραβηγμένες τις κουρτίνες. Έστησε καρτέρι και το απόγευμα πρόβαλλε η πουτάνα, με το πουάν λιλά φόρεμα, μ' ένα μπολ δαμάσκηνα, καφεδάκι, κομπολογάκι ΚΑΙ ΑΔΥΝΑΤΗ! Παράτησε το κιάλι κι εκτινάχθηκε στο μπαλκόνι Κρεμάστηκε στα κάγκελα
-ΚΥΡΙΑ ΛΟΥΙΖΑ, ΕΙΣΤΕ ΚΑΛΑ;
-ΣΚΑΣΕ ΠΟΥΤΑΝΑ!

* * *

"Έτσι και βρίσεις ξανά την γκόμενά μου, θα 'ρθω και θα σε κάνω τόπι στο ξύλο! Κοίτα τη δουλειά σου κυρά μου, αλλιώς θα μας σύρουνε στα τμήματα! Δεν ντρέπεσαι να τα βάζεις με άρρωστη γυναίκα;"
Έκανε να φύγει και τον άρπαξε απ τη μέση. "Μάκη, με αντιγράφει! Με καταδιώκει! Βοήθησέ με! ΤΗ ΦΟΒΑΜΑΙ!"
Ο Μάκης κοντοστάθηκε κι είδε στα μάτια του τον οίκτο. "Λουίζα, άσ' την ήσυχη! Είναι πολύ άσχημη η υγεία της!"

* * *

Ωραία! Δεν υπήρχε λόγος να συνεχίζει τη δίαιτα! Η "φθυσικιά" ούτως ή άλλως είχε κερδίσει κι αυτό ήταν το λιγότερο. Ένα περιθώριο της είχε πια αφήσει, της άτακτης φυγής! Το βδέλυγμα, όλο και πιο αδύνατη, έμοιαζε να την οικτίρει με την αδιαφορία και για το tattοο και για το κόκκινο μαλλί της. Το κτήνος, είχε περάσει στη φάση κατάποσης, έτσι η Λουίζα εξακολουθούσε ν' αδυνατίζει κατά ανεξήγητο τρόπο. Εξοπλιζόταν με σφολιάτες, σοκολάτες, ξηροκαρπία, τα κατάπινε με μανία χωρίς να τα μασά, έγλειφε το βούτυρο για παγωτό, συχνά τα πρωινά την έβρισκαν πνιγμένη στα ξερατά της , να απορεί γιατί ζούσε ακόμα! Σταμάτησε να ζυγίζεται, τα λαγόνιά της επιθετικά προεξείχαν απ΄ το μαύρο κολλάν και τα πλευρά της έδιναν το μαρτυρικό τους παρόν σε κάθε εισπνοή.
Όλες οι εξετάσεις αίματος, ορμονικές, ήταν αρνητικές "Ψυχογενής ανορεξία!" Ο αλμπάνης ψυχίατρος, αποφάνθηκε με βεβαιότητα διδάκτορα.
-Είχες πει, είμαι απόλυτα υγιής!
Της είπε πως περνούσε κρίση μελαγχολίας κι έπρεπε επειγόντως να μπει σε αγωγή, πως έβλεπε το καταθλιπτικό επεισόδιο σε οριακή φάση έναρξης.
-Έτσι ήμουν όλο τον τελευταίο χρόνο. Όταν πρωτοήρθα εδώ, υπέφερα! Μόνο που υπέφερα με παραπάνω ξίγκια! ΓΙΑ ΜΟΣΧΑΡΙ, ΗΜΟΥΝ ΑΠΟΛΥΤΑ ΥΓΙΗΣ, ΣΩΣΤΑ;
Ο δεύτερος αλμπάνης, τη χαρακτήρισε "μανιακή, με φοβική νεύρωση και μανία καταδίωξης". Βρήκε τη συμπεριφορά της καθαρά ψυχωσική, αυτοκαταστροφική, με εμμονές αναξιότητας, που τις πρόβαλε για να μην τις παραδεχθεί. Της πρότεινε να επανεξετάσουν μαζί τη σχέση εξάρτησης απ΄ τη φώκια, αφού πρώτα ακολουθούσε τη θεραπεία του κι αισθανόταν δυνατή για κάτι τέτοιο.
Τρόμαξε! Πήρε το χαρτί με την αγωγή κι εξαφανίστηκε. Αυτός ήταν ικανός να της αποδείξει ότι ΕΚΕΙΝΗ αντέγραφε το παχύδερμο. Την έβλεπε έτσι άβουλη, φοβισμένη, παραιτημένη, τα λογικά του συμπεράσματα ήταν πολύ επικίνδυνα, κι η συμπεριφορά του πολύ φιλική για να την κάνει να παραδεχτεί τα πάντα χωρίς αντίρρηση. Έστειλε τηλεγράφημα στα Τρίκαλα. "Αν πάθω τίποτα, να το ξέρεις, η απέναντι έφταιγε!"
-Λουιζάκι μου, μωράκι μου, θες να έρθω στην Αθήνα να σε προσέχω;
-Όχι μάνα!
Η αγωγή της έφερε μια σχετική ευφορία, αλλά πολύ τρόμο στα χέρια, συχνά ο αυχένας της πιανόταν σα να 'χε πάθει ψύξη, τα σαγόνια της κροτάλιζαν κι είχε ταχυκαρδία "Να με ταριχεύσει ήθελε ο πούστης;" Λίγο καιρό μετά παράτησε τα φάρμακα. Έτσι κι αλλιώς δεν της άνοιγαν την όρεξη. Απ' το κιάλι έβλεπε τη "φθυσικιά" ταβλιασμένη στο κρεβάτι με τις μέρες, σκελετωμένη, σε χειρότερη φάση εξαΰλωσης από 'κείνη, με το Μάκη να την ταΐζει κρεμούλα, να τη φιλάει στο κούτελο και να βγαίνει στο μπαλκόνι για κανά τσιγάρο. "Τι σκατά έχει η πουτάνα;" Άλλες φορές έβλεπε το γιατρό να την εξετάζει με το στηθοσκόπιο. "Έχει γούστο να΄ χει καμιά πνευμονία η πουτάνα και να χαίρομαι τζάμπα!" Άρχισε το ηθικό της ν' αναπτερώνεται. Θα ψόφαγε η σκύλα, ναι, υπήρχε δικαιοσύνη, κι εκείνη δεν είχε να κάνει τίποτα πια για να την αποτελειώσει, μόνο για να κάνει το τέλος της μαρτυρικό, θα της θύμιζε πως ΥΠΗΡΧΕ!
Άρχισε και πάλι τις ηρωικές της εξορμήσεις στο μπαλκόνι, να περπατά στη γειτονιά με το κεφάλι ψηλά, μπορεί να 'χε μείνει ένα μάτσο κόκκαλα, σύντομα όμως θα της άνοιγε την όρεξη το ωμό κρέας της χολεριασμένης! Προς μεγάλη της έκπληξη, το ψοφίμι άρχισε να κάνει κάτι δειλά βηματάκια με τη βοήθεια του Μάκη, κατέβαινε μάλιστα και τις σκάλες για να σωριαστεί μετά στο κρεβάτι για μέρες.
-ΕΤΣΙ ΠΕΦΤΕΙ Η ΤΡΟΙΑ ΡΕ ΞΕΦΤΙΛΕΣ; ΜΕ ΠΕΡΠΑΤΟΥΡΕΣ;

* * *

Όταν την πήγαν στα επείγοντα, είχε ήδη πεθάνει. "Εισρόφηση από εμετό" είπανε.

Ο Μάκης ήταν ο μόνος που είδε το κηδειόχαρτο. "Αγάπη μου, σου 'χω καλά νέα! Η απέναντι τρελή μετακόμισε!" Τράβηξε τις κουρτίνες, μην τυχόν έβλεπε η Φλώρα τη μάνα της Λουίζας που ούρλιαζε στο μπαλκόνι.
-ΦΟΝΙΑΔΕΕΕΕΕΕΕΕΕΣ!