|
Ὁ
ὅρκος
τῶν
ἀγωνιστῶν
τῆς
Ε.Ο.Κ.Ἂ
στὴν
Κύπρο (1955-1959)
«Ὁρκίζομαι
εἰς
τὸ
ὄνομα
τῆς
Ἁγίας
Τριάδος
ὅτι:
1.- Θὰ
ἀγωνισθῶ
μὲ
ὄλας
μου τᾶς
δυνάμεις διὰ
τὴν
ἀπελευθέρωσιν
τῆς
Κύπρου
ἀπὸ
τὸν
Ἀγγλικὸν
ζυγόν, θυσιάζωνκαι αὐτὴν
τὴν
ζωήν μου.
2.- Δὲν
θὰ
ἐγκαταλείψω
τὸν
ἀγώνα
ὑπὸ
οἱονδήποτε
πρόσχημα παρὰ
μόνον
ὅταν
διαταχθῶ
ὑπὸ
τοῦ
Ἀρχηγοῦ
τῆς
Ὀργανώσεως
καὶ
ἀφοῦ
ἐκπληρωθῆ
ὁ
σκοπὸς
τοῦ
ἀγῶνος.
3.- Θὰ
πειθαρχήσω
ἀπολύτως
εἰς
τᾶς
διαταγᾶς
τοῦ
Ἀρχηγοῦ
τῆς
Ὀργανώσεως
καὶ
μόνον τούτου.
4.-
Συλλαμβανόμενος θὰ
τηρήσω
ἀπόλυτον
ἐχεμύθειαν
τόσον
ἐπὶ
τῶν
μυστικῶν
της
Ὀργανώσεως
ὅσον
καὶ
ἐπὶ
τῶν
ὀνομάτων
τῶν
συμμαχητῶν
μου,
ἔστω
καὶ
ἐὰν
βασανισθῶ
διὰ
νὰ
ὁμολογήσω.
5.- Δὲν
θὰ
ἀνακοινῶ
εἰς
οὐδένα
διαταγὴν
τῆς
Ὀργανώσεως
ἢ
μυστικὸν
τὸ
ὁποῖον
περιῆλθεν
εἰς
γνῶσιν
μου παρὰ
μόνον εἰς
ἐκείνους
δι’οὓς
ἔχω
ἐξουσιοδότησιν
ὑπὸ
τοῦ
Ἀρχηγοῦ
τῆς
Ὀργανώσεως.
6.- Τᾶς
πράξεις μου θὰ
κατευθύνη μόνον τὸ
συμφέρον τοῦ
ἀγῶνος
καὶ
θὰ
εἶναι
ἀπηλλαγμέναι
πάσης
ἰδιοτελείας
ἢ
κομματικοῦ
συμφέροντος.
7.-
Ἐὰν
παραβῶ
τὸν
ὅρκον
μου θὰ
εἶμαι
ΑΤΙΜΟΣ καὶ
ἄξιος
πάσης τιμωρίας»
Ὑπογραφὴ
μυουμένου
Κύπριοι φονευθέντες ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης
(κατὰ τῶν Ἄγγλων)
Γρηγόριος Αὐξεντίου - Μάρκος Δράκος -
Ἀνδρέας
Κάρυος - Γεώργιος Κάρυος - Στυλιανὸς Λένας - Κυριάκος Μάτσης -
Χαράλαμπος Μοῦσκος
-
Ἠλίας
Παπακυριακοὺ
- Φώτιος Πίττας - Χρῆστος
Σαμάρας καὶ
ἄλλοι.
Κύπριοι ἀπαγχονισθέντες ὑπὸ τῶν Ἄγγλων
Μιχαὴλ Καραολὴς (ἐτῶν 23),
Ἀνδρέας
Δημητρίου (ἐτῶν 23),
Ἀνδρέας Ζάχος
(ἐτῶν
24),
Ἰάκωβος
Πατάτσος (ἐτῶν
22), Χαρίλαος Μιχαὴλ (ἐτῶν
22), Μιχαὴλ Κουτσόφτας
(ἐτῶν
22), Στέλιος Μαυρομμάτης (ἐτῶν
20),
Ἀνδρέας
Παναγίδης (ἐτῶν
22), Εὐαγόρας
Παλλικαρίδης (ἐτῶν 19).
Τὸ πρῶτο θύμα τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος ὁ Παντελὴς
Μοδέστος 1-4-55
Ἐπιστολαὶ τοῦ ἀπαγχονισθέντος τὴν 10ην
Μαΐου 1956 ἀγωνιστοῦ τῆς Ε.Ο.Κ.Ἂ Μιχαὴλ
Σάββα ΚΑΡΑΟΛΗ πρὸς τὸν ἀδελφόν του καὶ
πρὸς τοὺς γονεῖς του
καὶ
Λευκωσία 8 Μαίου 1956
Ἀγαπητέ μου
Ἀνδρέα
Χαῖρε.
Ἐπῆρα
τὰ συγκινητικὰ
γράμματα τῆς 1ης καὶ 3ης Μαΐου καὶ χάρηκα πολὺ
ποῦ εἶδα
νὰ μοῦ
γράφης
ὅτι
ἄρχισες νὰ
βλέπης τὴ ζωὴ καὶ
τὸν
ἑαυτὸ
ἀπὸ μιᾶς
ἄλλης σκοπιᾶς
καὶ
ὅτι
ἀνεκάλυψες μία γλυκιᾶν καὶ
θεϊκιᾶν δύναμη νὰ σὲ
τραβᾶ καὶ
νὰ σὲ
δένει πρὸς τὰ θαυμάσια μεγαλεῖα τοῦ
Θεοῦ καὶ
νὰ σπρώχνη πρὸς
τὸ δρόμο του. Εἴθε
ὁ
Πανάγαθος νὰ δώση νὰ μὴν
παρεκκλίνης
ἀπὸ τὸν
δρόμον τοῦτον,
ὁ
ὁποῖος,
ἂν
καὶ στενὸς
καὶ δύσβατος, εἶναι
ἐν
τούτοις
ὁ μόνος ποὺ
ὁδηγεῖ εἰς
τὴν αἰώνιαν
μακαριότητα.
Εἶμαι,
ἀγαπητέ μου
ἀδελφέ,
πολὺ
στενοχωρημένος ποῦ θὰ
σὲ λυπήσω μὲ
τὰ νέα μου,
ἀλλὰ
ἀφοῦ
ὁ
Θεός μου
ἐπεφύλαξε τὸ πικρὸν
τοῦτο ποτήριον, «οὐ μὴ
πῖω αὐτό;»
Γεννηθήτω τὸ
θέλημα τοῦ
Παντοδυνάμου. Τὸ
Ἐκτελεστικὸν Συμβούλιον
ἀπεφάσισεν
ὅτι
θὰ
ἐκτελεσθῶ. Μὲ
πληροφόρησε ψὲς
ὁ κ.
Ἄϊρονς
διὰ τὴν
ἀπόφασιν
αὐτὴν τοῦ
Ἐκτελεστικοῦ
Συμβουλίου καὶ
ἡ
ἐκτέλεσις
ὠρίσθη διὰ τὴν
Πέμπτην, 10-5-1956.
Ἡ
ἀπόφασις αὐτὴ
ἐπηρεάζει
καὶ τὸν Δημητρίου, εἶναι δὲ
πολὺ βραχεία
ἡ
διορία πού μας
ἀφήνει.
Ἐὰν δὲ
ὁ Παντοκράτωρ Κύριος δὲν ματαιώσει τὰ σχέδιά τους, τότε τὴν
ἐρχομένην
Πέμπτην τὴν αὐγὴν
θὰ
ἀνέλθωμεν
εἰς τὸ φονικὸν
ἰκρίωμα διὰ
νὰ
ὑποστοῦμε τὸ
μαρτύριον ποὺ
ἀπὸ
τόσους μῆνες δολίως
ἐμελέτησαν
ἄνδρες
ἄδικοι καὶ πονηρότατοι παρὰ πάσαν τὴν
γῆν.
Ὁ
Θεὸς
ὅμως,
«ὁ
ἐτάζων νεφροὺς
καὶ καρδίας»,
ἂς
ἀποδώσει «ἐκάστω
κατὰ τὴν καρδίαν αὐτοῦ».
Ἐν
ὄψει τῆς
τροπῆς αὐτῆς
τῶν πραγμάτων
ἐζήτησα νὰ
σοῦ
ἐπιτραπῆ νὰ
ἔλθης εἰς
τᾶς φυλακὰς
νὰ μὲ
ἐπισκεφθῆς
καὶ μοῦ
τὸ
ἀρνήθησαν.
Ἐπίσης
ἀρνήθησαν νὰ
ἐπιτρέψουν εἰς
θείους, θείας καὶ πρῶτα
ἐξάδελφα
νὰ μὲ
ἐπισκεφθοῦν.
Ἐὰν
θελήση
ὁ Κύριος νὰ
ἐκτελεσθῶ καὶ
δὲν μοῦ
ἐπιτρέψουν νὰ
σὲ
ἰδῶ καὶ
νὰ σὲ
ἀποχαιρετήσω καὶ
ἐσὲ καὶ
τοὺς
ἄλλους
στενοὺς συγγενεῖς, αὐτὸ θὰ
εἶναι τὸ
συμπλήρωμα τῆς μεγάλης
ἀδικίας ποὺ
κάμνουν σὲ μένα καὶ στὴν
οἰκογένειάν μου
ἡ
ὁποία
ἀδικία θὰ
τοὺς εἶναι
εἰς αἰώνιαν
καταφρόνησιν, αἰώνιον αἶσχος καὶ
αἰώνιον στίγμα εἰς τὴν
οὕτω καλουμένην δικαιοσύνην τῶν.
Σήμερον τὸ
πρωὶ
ἦλθαν
νὰ μὲ
ἐπισκεφθοῦν
ἡ
μητέρα μας,
ἡ Μαρούλα καὶ
ἡ
Νίκη.
Ἦταν
ὁλωσδιόλου
ἀνίδεες
διὰ τὴν
ἀπόφασιν
αὐτήν,
ἀλλά,
ἐπειδὴ τὰ
ἐνταθέντα μέτρα
ἀσφαλείας τοὺς
ἔφεραν πολλὴν
πικρίαν,
ἤρχισαν νὰ μοῦ
φωνάζουν συγκινητικὰ νὰ μὴν
φοβοῦμαι κ.λ.π.
Ἐγὼ
δὲ νομίσας
ὅτι
εἶχαν προηγουμένως εἰδοποιηθεῖ
ὑπὸ
τῆς
ἀστυνομίας
διὰ τὴν
ἀπόφασιν
αὐτὴν (διότι
ὑπεσχέθη
προηγουμένως
ὁ κ.
Ἄϊρονς νὰ
τοὺς εἰδοποιήση),
ὅταν
ἦλθαν κοντά μου, τοὺς
ἐμίλησα
καθαρά. Δὲν
περιγράφεται δὲ
ἡ
σκηνὴ τῆς
φρίκης, τοῦ πόνου, τοῦ σπαραγμοῦ
καὶ τῆς
ἀπογνώσεως ποὺ
ἐπηκολούθησε.
Τὰ φτωχὰ καὶ
ἀδύναμα πλάσματα μὲ γοερὲς
κραυγὲς
ἐθρήνουν καὶ
ἐκτυπιῶντο
καί, καθὼς
ἤσαν
ἄσπρες
σὰν τὸ πανὶ
καὶ
ἐλυποθυμοῦσαν κάθε λίγο, μοῦ
ἐπαρουσίαζαν
ἕνα
σπαραξικάρδιο θέαμα, ποὺ δὲν μπόρεσα νὰ
κρατήσω τὴν συγκίνηση
καὶ τὰ
δάκρυά μου. Θλίβομαι,
ἀγαπητέ μου
ἀδελφούλη, θλίβομαι
ἀφάνταστα
ὄχι
διὰ τὸν
δικό μου τὸν χαμό,
ἀλλὰ
διὰ τὸν
ἀβάστακτο πόνο ποὺ θὰ
φορτώση
ἡ
ἐκτέλεσίς μου στοὺς
ἀσθενεῖς καὶ
γεροντικοὺς
ὤμους τῶν
γονέων μου καὶ τοὺς
ὤμους
τῶν
ἀδελφιῶν
καὶ τῶν
ἄλλων μου προσφιλῶν συγγενῶν.
Θλίβομαι, διότι,
ἐνῶ
ἤλπιζον
νὰ γίνω τὸ στήριγμα καὶ
ὁ
προστάτης εἰς τὲς
ἀγαπημένες
μου
ἀδελφὲς καὶ
νὰ ξεκουράσω μία μέρα τοὺς πολύμοχθούς μου
προσφιλεστάτους γονεῖς,
ἔρχεται
τὸ
ἄδικον χέρι τῆς οὕτω
καλουμένης δικαιοσύνης νὰ μὲ
ἀποχωρήση
ἀπὸ τὰ
πρόσωπα ποὺ
ἐστήριζαν σὲ
μένα τόσες
ἐλπίδες,
ἀκριβῶς
εἰς στιγμὴν
κατὰ τὴν
ὁποίαν θὰ
ἐκαρποφοροῦσαν
οἱ
ἐλπίδες
τῶν. Θλίβομαι
ἀκόμα, καλέ μου
Ἀνδρέα, διότι οἱ εὐγενεῖς σου θυσίες γιὰ μένα δὲν
ἐκαρποφόρησαν,
ἐστερήθησαν δηλαδὴ τῆς
εὐκαιρίας νὰ
καρποφορήσουν. Αὐτοὶ εἶναι
οἱ λόγοι γιὰ
τοὺς
ὁποίους
λυποῦμαι πράγματι
τόσον πολὺ καὶ
ὄχι διὰ
τὸν
ἑαυτόν
μου.
Ἀπὸ τὸν
ἑαυτό μου τί νὰ λυπηθῶ;
«Ὂν θεοὶ
φιλούσι νέος
ἀποθνήσκει»,
ἔλεγαν οἱ
ἀρχαῖοι.
Ἐλπίζω νὰ
μὲ καταλαβαίνης καὶ νὰ
μὴ λυπᾶσαι
γιὰ μένα,
ἀλλὰ
νὰ δίνης θάρρος καὶ παρηγοριὰ
εἰς τοὺς
ὀλιγόψυχους
ἐκείνους
συγγενεῖς καὶ εἰδικὰ εἰς
τὴν φτωχή μας τὴ μάνα καὶ
τὸν πατέρα, ποὺ
ὁ
πόνος καὶ
ὁ σπαραγμὸς
ἐνδέχεται νὰ
ἔχη μεγάλας συνεπείας εἰς τὴν
ὑγείαν τῶν.
Παρηγόρησέ τους, χρυσέ μου
Ἀνδρέα,
δίνε τοὺς θάρρος καὶ προσπάθησε νὰ τοὺς
κάνης νὰ
ἐννοήσουν μὲ
ποιὸν γαλήνιον τρόπον καὶ ποὶαν
στωικὴν
ἀνεκτικότητα
ἀντιμετώπισα
ὡς τώρα
ὅλα
τα κακὰ καὶ θὰ
τὰ
ἀντιμετωπίσω
καὶ εἰς τὸ
μέλλον. Δὲν πρέπει νὰ κλαίουν
ἐκεῖνοι γιὰ
μένα κι
ἐγὼ γι’αὐτούς.
Ἐὰν μὲ νοιώθουν καὶ καταλαβαίνουν τὴν ψυχικήν μου
ἠρεμίαν, τότε θὰ πρέπη νὰ
παύσουν νὰ θρηνοῦν καὶ
νὰ σπαράζουν, καὶ
ἂν
παύσουν,
ἂν
κατανικήσουν τὸν πόνον τῶν
καὶ τὰ
δεχτοῦν
ὅλα μὲ
τὸ μέτωπο περήφανα σηκωμένο ψηλά,
αὐτὸ
θὰ εἶναι
γιὰ μένα μία
ἀπέραντος
ὑστάτη
εὐχαρίστησις.
Ὅσο γιὰ
σένα δὲν πιστεύω νὰ χρειάζεται νὰ σοῦ
πῶ τὰ
ἴδια πράγματα, οὔτε καὶ
νὰ σοῦ
συστήσω νὰ προσέχης καὶ νὰ
αὐτοδυγκρατῆσαι
(ξέρεις μόνος σου
ὅτι εὑρίσκεσαι σὲ
στρατόπεδο, καὶ δὲν θέλω
ἄλλα
κακὰ νὰ βροῦν
κανένα
ἀπό σας).Καὶ τώρα, χρυσέ μου
ἀδελφέ, δὲν
ἔχω παρὰ
νὰ σὲ
σφίξω στὴ νοερή μου
ἀγκαλιά, γιὰ
νὰ σοῦ
δώσω τὰ γλυκά μου
φιλιὰ τοῦ
ἀποχαιρετισμοῦ, τὰ
ὁποῖα
μου
ἀποστερεῖ
ἡ
ἄκαρδη χεὶρ
τῆς
ἐξουσίας,
καὶ νὰ σοῦ
μεταδώσω
ἀπὸ μακριὰ
τοὺς παλμοὺς
τῆς
ἀγάπης,
τῆς λατρείας καὶ τῆς
εὐγνωμοσύνης, ποὺ
ἡ
καρδιά μου σοὺ στέλλει μαζὶ μὲ
τᾶς πιὸ
θερμᾶς εὐχᾶς τῆς
διὰ τὴν
καλυτέραν εὐτυχίαν καὶ τὴν
πληρεστέραν
ἐκλήρωσιν καὶ
ἀπόλαυσιν
κάθε σου πόθου καὶ
ἰδανικοῦ.
Χαῖρε, γλυκέ μου
Ἀνδρέα, καὶ
ὁ Θεὸς
ἂς εἶναι
πάντοτε μαζί σου.
Σὲ φιλῶ καὶ
πάλι
Μιχαλάκης
Κεντρικαὶ
φυλακαὶ Λευκωσίας
9 Μαΐου 1956
Μὲ
ἀπόλυτον ψυχικὴν γαλήνην σας
ἀπευθύνωτον
ὕστατον
χαιρετισμόν.
Ἐλπίζω
ὅτι
ὄοι
θὰ κρατήσουν τὴν ψυχραιμίαν τῶν καὶ
ὅτι τὸ
κουράγιο δὲν θὰ λείψη. Θὰ
ἦτο πραγματικὴ
ἱκανοποίησις
γιὰ μένα,
ἐὰν
ὅλοι,
καὶ
ἰδίως
ἡ
μητέρα μου, τὰ καταφέρουν νὰ
ἀποφύγουν
τοὺς θρήνους καὶ τοὺς
σπαραγμοὺς γιὰ μένα.
Ἐμένα
δὲν πρέπει νὰ μὲ
λυπάστε, διότι καὶ
ἐγὼ
δὲν βλέπω νὰ
εἶμαι τόσον
ἀξιόκλαυστος
καί,
ἐφ’ὅσον
ἐγὼ δὲν
βρίσκω λόγο γιὰ νὰ κλαίω τὸν
ἑαυτό μου, τότε οὔτε καὶ
οἱ δικοί μου δὲν πρέπει νὰ
κλαῖν.
Ἂν
εἶναι κάτι ποὺ
μὲ στενοχωρεῖ,
εἶναι
ὅτι
δὲν τὰ
κατάφερα νὰ γίνω
ἐκεῖνο
ποὺ
ἤθελα
διὰ τοὺς γέρους γονεῖς μου καὶ
τ’ἀδέλφια μου.
Ἂς εἶναι
ὅμως.
Ὁ
Θεὸς
ἂς
εἶναι γι’αὐτοὺς καὶ
γιὰ
ὅλους
σας βοηθὸς καὶ
ὑπερασπιστῆς, κραταιὸς
προστάτης καὶ πονετικὸς πατήρ. Παρηγορῆστε τὴν
μητέρα μου καὶ πέστε σ’αὐτὴν
ὅτι
ὑστάτη
μου καὶ μόνη
ἐπιθυμία εἶναι
νὰ μὴ
θρηνεὴ καὶ νὰ
μὴ
ὀδύρεται
γιὰ μένα, οὔτε καὶ
ν’ἀφήση τὸν
πόνο νὰ τῆς φαρμακώση τὴν καρδιά.Τὸ
ἴδιο στοὺς
ἄλλους συγγενεῖς. Στὸν
Ἀνδρέα (ἀδελφό
μου)
ἔγραψα
ἕνα
ἀποχαιρετιστήριο
γράμμα, ποὺ
ἐκφράζω κι
ἐδῶ, καθὼς
καὶ σὲ
σένα, τὶς βαθιές μου
εὐχαριστίες καὶ τὴν
ἀπέραντό μου εὐγνωμοσύνη διὰ τὴν
πατρικὴν φροντίδα καὶ κηδεμονίαν σας κατὰ τὴν
διάρκειαν τῆς εἰς σχολᾶς
Μέσης Παιδείας φοιτήσεώς μου.
Ἐπίσης
εἰς τὴν θείαν μου Χρυστάλλαν διὰ τᾶς
φροντίδας τῆς διὰ μένα.
Τοὺς σεβαστούς
μου θείους Χριστόφορον, Μιχάλην, Βασίλην,
Ἀγγελικήν,
Κυπροῦν,
Ἑλένην καὶ
ὅλους τους
ἐκ
πατρὸς θείους
ἀποχαιρετῶ
μὲ συγκίνησιν καὶ τοὺς
ἐκφράζω
ὅλην
μου τὴν
ἀγάπην καὶ
τὸν σεβασμόν.
Στοὺς
προσφιλεστάτους μου
ἐξαδέλφους καὶ
ἐξαδέλφας
καὶ τοὺς
ἄλλους
στέλλω θερμᾶς
ἀποχαιρετιστηρίους εὐχᾶς
διὰ κάθε εὐτυχίαν,
Εἰς
ὅλους τους συγγενεῖς
ἐκφράζω
ὅλην μου τὴν
ἐκτίμησιν
καὶ
ἀγάπην καὶ
τοὺς
ἀποχαιρετῶ θερμῶς.
Τὸν
ἀγαπητὸν
πατέρα καὶ τὴν καλή μου μητέρα σφίγγω γιὰ στερνὴ
φορά στὴν
ἀγκαλιά μου (ἂς εἶναι
καὶ νοερῶς) καὶ
τοὺς στέλλω τὰ
γλυκά μου
ἀποχαιρετιστήρια
φιλιά. Γνωρίζω τὸ βάθος τοῦ πόνου τῶν,
ἀλλὰ
ἂς
ἔχουν
κουράγιο καὶ
ὁ μέγας παρηγορητὴς
ὅλων
τῶν πονεμένων θὰ χύση βάλσαμο παρηγοριᾶς εἰς
τᾶς καρδίας τῶν.
Τὲς πονεμένες
μου
ἀδελφὲς
φιλῶ μὲ
συγκίνησιν κι
ἀγάπη καὶ τοὺς
εὔχομαι κάθε εὐτυχίαν καὶ
ἐπικαλοῦμαι
τὴν θείαν προστασία καὶ χάριν δι’αὐτᾶς.
Τὸ τελευταῖο φίλημα τοῦ
ἀποχαιρετισμοῦ κι
ὄλας
μου τᾶς θερμᾶς εὐχᾶς στέλλω εἰς
ὅλους τους συγγενεῖς καθὼς
καὶ τοὺς
φίλους καὶ γείτονες μὲ τοὺς
ὁποίους
ἐπέρασα
τὰ νεανικά μου
χρόνια.
Τᾶς εὐχαριστίας μου εἰς τοὺς
δικηγόρους μου, οἱ
ὁποῖοι
εἰργάσθησαν σκληρῶς διὰ
τὴν
ὑπεράσπισίν
μου (συμπεριλαμβανομένων καὶ
τῶν κ.κ. Πρὶτ
καὶ Γκράντ).
Οὔτε
ὁ χρόνος, οὔτε
καὶ
ὁ
χῶρος μου
ἐπιτρέπουν
νὰ
ἐκφράσω
ὄλας
μου τᾶς σκέψεις καὶ τὰ
συναισθήματα
ἀγάπης ποὺ νοιώθω τώρα. Οὔτε τὸ
θάρρος, οὔτε καὶ αἳ
ἐλπίδες μας
ἐγκαταλείπουν,
ἡ δὲ ψυχική μου γαλήνη εἶναι
ἀκμαιοτάτη.
Ἕνα θερμότατο
χαιρετιστήριο φιλὶ στέλλω εἰς
ὅλους
τους προσφιλεῖς μου συγγενεῖς καὶ
φίλους καὶ
ἀπευθύνομαι εἰς πάντας νὰ
μοῦ συγχωρέσουν
ὅλα εἰς
ὅσα
ἔφταιξα
πρὸς αὐτούς,
ὅπως
καὶ
ἐγὼ
συγχωρῶ
ὅλους
ὅσους
μὲ
ἠδίκησαν.
Χαίρετε λοιπὸν
καὶ εἴθε
ὁ πανάγαθος Θεὸς νὰ
χαρίση εἰς
ὅλους σας κάθε εὐτυχίαν.
Σᾶς φιλῶ καὶ
πάλιν θερμὰ
ΕΧΟΥΜΕ
ΠΟΛΛΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΓΙΑ ΝΑ
ΔΟΞΑΖΟΥΜΕ.
ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΞΕΝΟΥΣ
Πηγή :
Γραφεῖον
Τύπου πρεσβείας τῆς
Κυπριακῆς Δημοκρατίας
|