|
Στὰ 1821 καταστράφηκε ἡ πόλη τῶν Κυδωνιῶν μετὰ
ἀπὸ τὴν ἀποτυχημένη ἐπαναστατικὴ κίνηση ποὺ
ἐπιχειρήθηκε, ὁ πληθυσμὸς της
σφάχτηκε καὶ τὸ σύνολό του ἐγκατέλειψε τὴν
ὄμορφη πόλη μὲ ντόπια ἢ Ψαρριανὰ καράβια.
Στὴν χαλασιὰ αὐτὴ κατάφερε νὰ σωθεῖ ἡ
ΠΑΝΩΡΑΙΑ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑ, ὄμορφη ἀρχόντισσα μὲ
πολὺ περιουσία.
Τόν ἄντρας της,
ποὺ Ἦταν πάμπλουτος ἔμπορος καὶ τὰ παιδιὰ της
τούς ἔσφαξαν μπρὸς τὰ
μάτια της οἱ Τοῦρκοι.
Σώθηκε λοιπὸν πάμπτωχη
καὶ ὁλομόναχη στὰ Ψαρρά. Eκεῖ
οἱ συντοπίτες της καὶ κυρίως ὁ Βενιαμὶν ὁ
Λέσβιος (δάσκαλος τῆς Ἀκαδημίας τῶν Κυδωνιῶν)
τὴν βοήθησαν. Ἡ Πανωραία σύντομα ἄφησε τὰ Ψαρρὰ
καὶ πῆγε στὴν πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους ,
τὸ Ναύπλιο, ὅπου καὶ γιὰ νὰ ζήσει ξενόπλενε καὶ
πολλὲς φορὲς δεχόταν τὸ ἔλεος καὶ τὴν συμπόνια
τῶν συνανθρώπων της. Ἡ
ἴδια, τόσο πολὺ ὑπέφερε
ποὺ, παραμέλησε ἐντελῶς
τὴν ἐμφάνισή της. Αὐτὴ ὅμως ἡ κουρελιασμένη
γυναίκα ἔκρυβε μέσα της
τὴν ἀρχόντισσα καὶ κυρίως τὴν πατριώτισσα.
Στὰ 1826 γίνηκε ἔρανος στὸ Ναύπλιο
γιὰ νὰ βοηθήσουν τὸ μαχόμενο Μεσολόγγι, ἔτσι
στήθηκε στὴ κεντρικὴ πλατεία ἕνα τραπέζι καὶ οἱ
ὑπεύθυνοί του ἐράνου ζητοῦσαν ἀπὸ τοὺς κατεστραμμένους,
πεινασμένους καὶ χαροκαμένους Ἕλληνες νὰ βάλουν
τὸ χέρι στὴν τσέπη γιὰ νὰ βοηθήσουν τοὺς μαχητὲς
καὶ τοὺς ἀποκλεισμένους τοῦ Μεσολογγίου.
ἀλλὰ ποιὸς εἶχε καὶ ποιὸς θὰ ἔδινε ἀπὸ αὐτὸ τὸ
φτωχομάνι; κανεὶς δὲν
πλησίαζε τὸ τραπέζι, ὅλων τὰ σπίτια δύσκολα τὰ
ἔφερναν πέρα. Τότε ἡ φτωχότερη ὅλων,
ἡ χήρα Χατζηκώσταινα,
ἔβγαλε τὸ ἀσημένιο δαχτυλίδι ἀπὸ τὸ δάχτυλό της
καὶ ἕνα γρόσι ποὺ εἶχε στὴν τσέπη της καὶ τὰ
ἀκούμπησε στὸ τραπέζι τῆς ἐρανικῆς ἐπιτροπῆς.
«ΤΟ ΔΙΛΕΠΤΟ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ» ξύπνησε τὴν συνείδηση τῶν
πεινασμένων καὶ κάποιος φώναξε «Δέστε,
ἡ πλύστρα Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τὸν ὀβολό
της !». Ἀμέσως τὸ
φιλότιμο ἠλέκτρισε τοὺς φτωχοὺς καὶ τὸ τραπέζι
γέμισε λίρες, γρόσια καὶ χρυσαφικά. Πάντως,
ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἱστορία δυὸ πράγματα ἔμειναν πρῶτα
μαζεύτηκαν χρήματα γιὰ τὸ Μεσολόγγι καὶ δεύτερον
ἡ Πανωραία ἔγινε πιὰ γνωστὴ στὸ Ναύπλιο σὰν
Ψωροκώσταινα.
Ἡ πλύστρα Πανωραία ὅμως δὲν ἔδινε
μόνο μαθήματα πατριωτισμοῦ ἀλλὰ καὶ ἀνθρωπιᾶς.
τὸ ἐλάχιστο εἰσόδημά της τὸ μοιραζόταν μὲ ὀρφανὰ
παιδιὰ ἀγωνιστῶν καὶ ὅταν ὁ Καποδίστριας ἵδρυσε
ὀρφανοτροφεῖο προσφέρθηκε,
γριὰ πιὰ καὶ μὲ σαλεμένο τὸν νοῦ ἀπὸ τὸν πόνο
καὶ τὶς στερήσεις, νὰ
πλένει τὰ ροῦχα τῶν ὀρφανῶν χωρὶς καμιὰ ἀμοιβή.
ΛΕΒΕΝΤΙΑ νὰ ποῦμε ἀλλὰ μόνο
ἔτσι τὰ ἔθνη προχωρᾶνε. Δὲς τώρα πὼς ἔγινε
πανελλήνια γνωστὸ τὸ παρατσούκλι τῆς Πανωραίας :
Στὴν ἐποχὴ τοῦ Καποδίστρια,
σὲ μία συνεδρίαση τῆς Συνέλευσης, κάποιος
παρομοιάσε τὸ Ἑλληνικὸ Δημόσιο μὲ τὴν
Ψωροκώσταινα, ὁ συσχετισμὸς ἄρεσε καὶ κάθε φορά
ποὺ ἀναφερόντουσαν στὸ θέμα τοῦ Δημοσίου τὸ
ὀνόμαζαν «Ψωροκόσταινα». Ἀργότερα οἱ Βαβαροὶ
προκειμένου νὰ χλευάσουν τὸ Ἑλληνικὸ κράτος γιὰ
τὴν φτώχεια του καὶ τὴν
ὀπισθοδρομικότητά του
ὀνόμασαν ὑβριστικὰ «Ψωροκώσταινα» τὴν Ἑλλάδα.
Χαρακτηρισμὸς ποὺ ὅσοι γνωρίζουν τὴν ἱστορία
δὲν τοὺς θίγει, διότι ἡ
Ψωροκώσταινα θὰ ἔπρεπε νὰ ὀνομαζόταν
Λεβεντοκώσταινα.
|