Patrick Pfavayi's Home Page

ραψωδία14
Home ] Photos ] Jokes ] Medical ] 'Ομυρος ] feedback ] Contents ]



 

ραψωδία1
ραψωδία2
ραψωδία3
ραψωδία4
ραψωδία5
ραψωδία6
ραψωδία7
ραψωδία8
ραψωδία9
ραψωδία10
ραψωδία11
ραψωδία12
ραψωδία13
ραψωδία14
ραψωδία15
ραψωδία16
ραψωδία17

ραψωδία 14

Ορκο στο γιο του ο Ποσειδών μεγάλο είχε τάξει
όταν με δόλο ο Οδυσσεύς το μάτι του'χε κάψει
να τον παιδεύει διαρκώς, να μη το'νε αφήσει
απ'του σπιτιού το τζάκι του καπνό να αντικρίσει.

Τα πλοία του εβύθιζε το'να μετά το άλλο
γιατί το μίσος του γι αυτόν ήταν πολύ μεγάλο.
Με το στερνό λοιπόν που έφτιαξε ο Οδυσσεύς καράβι
στην Πηνελόπη την πιστή που τώρα ράβει
το θρυλικό της κέντημα, σκέφτηκε να γυρίσει
και κάτι βρόμες π'άκουσε να τις ξεκαθαρίσει.

 Το πλοίο γοργοτάξιδο τα κύματα ξεσκίζει
και μέσα στην καμπίνα του ο Οδυσσεύς πασχίζει
τον πούτσο του που καύλωσε κάπως να τον καλμάρει
κι από το πολύ το σήκωμα μοιάζει σαν παλαμάρι.

 Ηδονικά στην σκέψη του την Πηνελόπη φέρνει
όταν το πλοίο ξαφνικά αρχίνισε να γέρνει.
Μπατάρισε πάρα πολύ, ήρθε η επάνω κάτω
και ξαφνικά ευρέθηκε στης θάλασσας τον πάτο.

 Γιατί το πλοίο μπλέχτηκε σε φοβερό κυκλώνα
που είχε στείλει η οργή του θείου Ποσειδώνα.
Ο Οδυσσεύς κολύμπησε να βρει κανένα ξύλο
και τέλος τα κατάφερε, πιάστηκε σ'ένα στύλο.
Μέρες πολλές κολύμπησε στο κούτσουρο πιασμένος
και με μεγάλη του χαρά αντίκρισε ο καημένος
στο βάθος του ορίζοντα ένα μικρό νησάκι
κι ο νους του αμέσως πέταξε σε τρυφερό μουνάκι
που πιθανόν θα έβρισκε, εκεί για να γαμήσει
και με τη σκέψη του αυτή του'ρθε να ξεροχύσει.
Ευθύς δυνάμεις μάζεψε, δυο απλωτές ακόμα
κι ως που να πεις βερίκοκο, επάτησε στο χώμα.

 Παρ'όλο που αισθανότανε τόση μεγάλη καύλα,
απ τη μεγάλη κούραση έπεσε κάτω τάβλα.
Πόσο πολύ κοιμήθηκε, ούτε ο ίδιος ξέρει,
μα όταν στο τέλος ξύπνησε, τον κράταγε στο χέρι.

 Είδε πως ήταν τάχατες σ'ωραίο περιβόλι
κι από τα δέντρα κρέμονταν σωρό αφράτοι κώλοι
κώλοι λευκοί και στρογγυλοί, κώλοι αφροπλασμένοι,
λες και για την ψωλάρα του να ήτανε φτιασμένοι.
Στο βάθος εκελάρυζε το χύσι στα ρυάκια
κι έσκυβαν να δροσιστούν σωρό γλυκά μουνάκια.

 Μόλις τον μυριστήκανε άρχισαν οι κώλοι
σα να'τανε καλόγνωμες ν'ανοιγοκλείνουν όλοι.
Κι αυτός γαμούσε τάχατες τ'αφράτα κωλομέρια,
και δυο βυζάκια στρογγυλά έτριβε με τα χέρια,
το στόμα του πιπίλιζε ένα μουνί παρθένο
κι απ'τη μεγάλη καύλα του ξεφύσαγε σαν τρένο.

 Είχε αρχίσει κι έχυνε, τι ηδονή μεγάλη
υγρά κι αντάρα ξέρναγε του πούτσου το κεφάλι,
πέταγε το ψωλόχυμα σωστά εξήντα μέτρα
και είχε τόση δύναμη που τρύπαγε και πέτρα.

 Μα ξάφνου εκεί που άρχιζε να βγάζει τα υγρά του,
εξύπνησε ο φουκαράς κι είδε, ω συμφορά του,
πως όλα ήταν ψέματα, τα είδε στ'όνειρο του
κι ο πούτσος του ζωγράφιζε νησιά στο σώβρακο του.

 Σηκώθηκε απότομα, πέταξε τον μανδύα
και με τα μούτρα ρίχνεται στη σωβρακομαντεία.
Με μια ματιά που έριξε στων νήσων την σωρεία
το γερακίσιο βλέμμα του γέμισε απορία.

 Σήκωσε το κεφάλι του στιγμή χωρίς να χάσει
κι αμέσως ετινάχτηκε ορθός γεμάτος βιάση
γιατί ένιωσε πως βρίσκονταν όχι στο Καπανδρίτι
μα κει που βασίλευε Αλκίνοος και Αρίτη.

 Ευθύς αμέσως ένιωσε γλυκιά ανατριχίλα,
σκούπισε τα παπάρια του με λίγα ξερά φύλλα
κι ολόγυρα εκοίταξε γεμάτος απορία,
γιατ'ήξερε ο μπάσταρδος από την ιστορία
πως των Φαιάκων το νησί δεν ήταν τίποτ'άλλο
παρά ένα σωστό κωλάδικο πάρα πολύ μεγάλο.
Η Αρίτη αβέρτα το'κανε μ'όλους τους αυλικούς της
κι ο Αλκίνοος χαχάνιζε γιατ'ήταν μέγας πούστης.
Από μικρός φαινότανε τι πούσταρος θα γίνει
τότε που καθ'ένα μωρό το δάχτυλο βυζαίνει,
αυτός γύρευε σαν τρελός να γλείφει για ματζούνι,
των αυλικών, των δούλων του, των φίλων το τσουτσούνι.

 Αν πεις και για την Ναυσικά, την όμορφη μαργιόλα,
ήτανε μέγας πούτανος, μια τρομερή καριόλα,
Σ'όλα τα σπίτια έτρεχε, έμπαινε πριν βραδιάσει
και κανενός δεν άφηνε τον πούτσο να σκουριάσει.
Διάλεγε όμορφες ψωλές, τις χαΐδευε με τρέλα,
κι ύστερα τις πιπίλαγε σαν να'ταν καραμέλα.

 Παιδούλα ακόμα άπραγη με μεταξένιες μπούκλες
τότε που όλα τα παιδιά παίζουνε με τις κούκλες
αυτ'είχε για παιχνίδι της μικρό ένα τακουνάκι
κι ολημερίς το'χωνε στ'ωραίο της μουνάκι,
κι όταν ποτέ βαριότανε να παίζει το τακούνι
επιδινόταν σ'ένα σπορ, γνωστό σαν πλακομούνι.

 Στη Ναυσικά τριγύρναγε ο νους του, την κουφάλα,
όταν πάνω στον πούτσο του γκελάρισε μια μπάλα.
Ηταν μια μπάλα όμορφη, γεμάτη μπιχλιμπίδια,
κι απ'το γερό το χτύπημα του ζάλισε τ'αρχίδια.

 Αμέσως ακούστηκαν φωνές, κραυγές και γέλια
και να κοπέλες φάνηκαν μ'ολόγυμνα τα σκέλια
και πρώτη απ'όλες, πανώρια η Ναυσικά του,
ίδια όπως την είχε δει πριν λίγο στ'όνειρο του.
Ητανε κάτασπρη, ψηλή, όμορφη σαν μαντόνα
κι ήτανε πλήθος τα παιδιά που κάνανε σφεντόνα
το πούτσο τους για χάρη της κοιτώντας με κακία
και τράβαγαν βράδυ-πρωί με λύσσα μαλακία.
Τα χείλη της μαργιόλικα σου λέγαν πάντα όχι,
το ναι της όμως το'βλέπες μες των ματιών την κόγχη.
Τα στήθη της δροσοπηγές, κι απ'της φωνής τον τόνο
έβλεπες πως εγνώριζε πάμπολλα για τον φόνο.

 Με καλοσύνη ρώτησε, ποιος είναι, τι γυρεύει,
αλλά αυτός αρχίνισε κιόλας να χαμουρεύει.
σε όλα της απάντησε ψέματα από δόλο,
κι ενώ περνούσε δίπλα της της έπιανε τον κώλο.

 Αυτή τότε κατάλαβε πως ήθελε να σπρώξει
και πρόφαση εγύρεβε, τις δούλες της να διώξει
τις διαβολόστειλε λοιπόν να πάνε μάνι-μάνι
να δούνε αν κουνιώντουσαν οι βάρκες στο λιμάνι.

 Μέσα στις φτέρνες ξάπλωσε και του'ριξ'ένα βλέμμα
που ήταν σαν να του'ριχνε φωτιά μέσα στο αίμα.
Ο Οδυσσεύς δεν άντεξε να περιμένει άλλο
κι όρμησε λες κι ελέφαντας του πάτησε τον κάλο.

 Παρ'όλο που η καύλα του ήταν πολύ μεγάλη
κρατήθηκε κι ακούμπησε στα μπούτια το κεφάλι
τα δυο του χέρια χούφτωσαν τα τορνευτά της στήθη
κι όλες τις άλλες σκέψεις του τις σκέπασε η λήθη.
Σιγά-σιγά τον πούτσο του μεσ'το μουνί της βάζει
και κείνη απ'την καύλα της αρχίζει να ουρλιάζει,
όμως ο πολυμήχανος δεν της τον βάζει όλο,
κι όταν αυτή εσπάραζε της χαΐδευε τον κώλο.
Μες του μουνιού της τρίβοντας, ο πούτσος τα καπάκια
γιατ'ήξερε ο μπάσταρδος τερτίπια και κολπάκια,
που τα'μαθε τόσο καιρό που'χε τα πηγαιν'έλα
κι είχε φοιτήσει ανελλιπώς στα πιο καλά μπουρδέλα.
Τα χέρια του της χαΐδευαν τις πιο κρυφές γωνίες της
κι εκείνη ξεφωνίζοντας δάγκωνε τις γροθιές της
κι ενώ αυτή σκεφτότανε τώρα θα μου τον χώσει,
αυτός τον ξαναέβγαζε σαν να'χε μετανιώσει.

 Το γλείψιμο αρχίνισε σε όλο το κορμί της
μα όμως δεν επρόλαβε να φτάσει στο μουνί της.
Τ'άρπαξε την ψωλάρα του με το λευκό της χέρι
και στο μουνί την έβαλε σαν να'ταν γουδοχέρι.

 Με ψαλίδια τα πόδια της στη μέση του τυλίγει
κι απάνω του γαντζώνεται μήπως και της ξεφύγει.
Ο Οδυσσεύς δεν άντεξε άλλο να περιμένει
γιατ'είχε αρχίσει και αυτός βαριά να ανασαίνει.

 Σα λυσσασμένος έσπρωξε τον τρομερό του ψώλο,
κι η Ναυσικά ξεφώνισε, σκίσε με, βάλτον όλο.
Η καύλα την πλημμύρισε, λαχάνιασμα την πιάνει
κι όλο τον κόσμο γύρω της αρχίζει να τον χάνει.

 Κι αρχίζει σκαμπανέβασμα σα να'τανε φρεγάδα
και το μουνί της το'τρεμε μ'ανήκουστη σβελτάδα.
Το ρυθμικό της κούνημα βάσταξε πολλή ώρα
τέλος όμως δυνάμωσε κι είχαν πάρει φόρα
στη μια στιγμή ενώνονταν στην άλλη χωριζόνταν
σα φίδια στριφογύριζαν και σφιχταγκαλιαζόνταν.
Μάνα μου σκουζ'η Ναυσικά, από την καύλα σβήνω.
Βιάσου εμούγκρισ'ο Οδυσσεύς, κι εγώ σε λίγο χύνω.
Μα κείνη το κατάλαβε, δεν ήταν δα χαζή
χύσε αγάπη μου γλυκιά, να χύσουμε μαζί
και σ'ένα ύστατο σπασμό, τρεμούλιασμα σαν ψάρια
καθώς αυτή του χαΐδευε τα τριχωτά παπάρια.

 Ακόμη του εχαΐδεβε τ'αριστερό παπάρι
και δεν επρόλαβε καλά χαμπάρι να το πάρει
για πότε την εγύρισαν τα στιβαρά του χέρια
κι ο πούτσος του καρφώθηκε στ'αφράτα κωλομέρια.

 Σα της γαρίδας βγήκανε της Ναυσικάς τα μάτια
απ'την ψωλιά την φοβερή την έκανε κομμάτια
από τον πόνο τον πολύ τη πλουμιστή χλαμύδα
καθώς χάμω εσπάραξε σα να'ταν παλαμίδα.

 Ομως ο πολυμήχανος που τη δουλειά του ξέρει,
τ'αυτάκι της πιπίλαγε με το'να του το χέρι
χαϊδεύει τ'αναιδέστατα, τα μυτερά της στήθη,
ενώ τ'άλλο ευκίνητο μεσ'το μουνί εχύθει.

 Της τρίβει ασταμάτητα το μακρουλό γλωσσίδι
και μπαίνει-βγαίνει συνεχώς, γλιστράει σαν το φίδι.
"Τσόγλανε" σκουζ'η Ναυσικά, "Μαλάκα μου, με τσούζει
μου έσκισες τον κώλο μου σαν να'τανε καρπούζι
εγώ τον εκαμάρωνα και το'χα καύχημα μου,
τον κούναγα και σειόντανε η γη στο πέρασμα μου,
κι εσύ μου τον σακάτεψες, μαλάκα, αϊ σιχτίρι,
δεν είναι κώλος πια αυτός, μα τρύπιο σουρωτήρι".

 Ομως του πολυμήχανου τ'αυτί του δεν ιδρώνει,
σφυράει του πούτσου το χαβά και πιο βαθιά τον χώνει
νιώθει του κώλου την δροσιά, τα σάλια του μαζεύει,
"Κούνα γλυκά τον κώλο σου, κούνα τον κυκλικά,
θέλω να χυσ'αγάπη μου, να χύσω πιο γλυκά".